Monday, September 17, 2012

Βρέξε σου λέω..

Βρέξε. Τόσο καιρό τώρα σε ζητάω. Βρέξε. Σαλιγκάρι εγώ, θα βρω πλάτη να βγω και να ανοίξω το δρόμο μου. Κατεβάζω το κεφάλι στις γύρω γκρίνιες για το πρόωρο του τόσου νερού και φεύγω από κοντά τους χαμογελώντας. Ξέρω, κάποιο απ' τα ξόρκια μου το συλλάβισα λάθος. Έκανα το ποτήρι δεξαμενή και τη λακκούβα θάλασσα. Μια συλλαβή πάνω, μια κάτω κι ο Θεός αρχίζει πάλι να συντάσσει επιστολές με σχέδια για ξύλινα καράβια και στρατιές κοριτσιών που πρέπει να σωθούν. Τι να κάνω; Ποτέ δεν ήμουν ο πιο συγκεντρωμένος άνθρωπος στον κόσμο. Ποτέ δεν το ισχυρίστηκα. Κάθε άλλο, σκέψη και γραφή, λόγια και ζωή ξεστρατίζουν πάντα απ' ό,τι στην αρχή της πρότασης σχεδίαζαν.. Βρέξε. Μούλιασε όσα ξέρανε το καλοκαίρι. Δος τους πάλι την ευλυγισία που τα κρεβάτια μας απαιτούν. Μη σταματάς. Ξεπέρνα τα σαράντα μερόνυχτα και φέρε τρέλα στα μυαλά. Ας ξεχωρίσει η ήρα απ' το στάρι. Ας βγούνε οι υπόλοιποι στους δρόμους στήνοντας βωμούς σε τοτέμ ομπρέλας. Ας ορκιστούν αιώνια πίστη στα κακτάκια τους, τα κογιότ και την μελαγχολία των καουμποϊσών. Ας βγούνε. Εγώ θα μείνω μέσα. Μέσα σε ό,τι σου ζήτησα. Μέσα στην παράκλησή μου. Μέσα στη βροχή. Και ξέρω, δε θα είμαι μόνος. Αφαιρώντας απ' τους υπόλοιπους εμένα θα 'χεις νέο υπόλοιπο τους λόγους που αξίζει να ζω. Να βρέχομαι εννοώ..