Saturday, November 28, 2015

Ένα δέντρο, ένα μπουκάλι κρασί κι ένα αλυσοπρίονο



(Ένα ραδιόφωνο ακούγεται)

"Αχ, τι θα γίνει ετούτο το παιδί, έλεγε η μάνα μου κρυφά πίσω από 'μένα"...

-Α, ήρθατε; Πάνω στην ώρα. Μισό λεπτό να χαμηλώσω το ραδιόφωνο...
Ο Μάρκος Απρίλιος... τι παιδί! Τον ξέρω μια ζωή. Μια ζωή δικιά του ,γιατί εμένα τα χρόνια μου είναι άλλες δυο ζωές. Γείτονάς του, από όταν γεννήθηκε ως τα τελευταία γεγονότα, τον ξέρω καλύτερα κι απ' τον καθρέφτη του. Ποιον καθρέφτη όμως; Α, δεν το γνωρίζατε αυτό; Είχε πρόβλημα. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ άσχημος. Σπάνια κοιταζόταν σε καθρέφτη γι' αυτό και πολλές φορές έβγαινε εντελώς αχτένιστος, με ρούχα αταίριαστα, με μουτζούρες απ' τα στυλό του στο πρόσωπο. Η αλήθεια; Έτη φωτός μακριά. Το 'χετε δει και μόνοι σας. Τόσους τίτλους γεμίσατε τις εφημερίδες σας με το "μοντέλο δολοφόνο". Ο Μάρκος είναι κούκλος. Πόσα κορίτσια δεν άκουσα περνώντας από εδώ να λένε "αχ, γιατί τέτοια ομορφιά να πηγαίνει χαμένη" και πόσα ακόμη δεν συμπλήρωναν "καλά, ας τον έπειθα εγώ να βγούμε ένα βράδυ και θα 'βλεπες πώς θα στρώσει". Αν τον έπεισε ποτέ καμία; Ναι, αρκετές φορές. Όλα τέλειωναν όμως έξω απ' την αυλόπορτά του. Αυτές έκαναν την κίνηση να τον φιλήσουν, αυτός κοντοστεκόταν, το σκεφτόταν, μετά ανακάτευε τα μαλλιά του κι έφευγε τρέχοντας προς το σπίτι. Κι εκείνες εκεί, αποσβολωμένες, να βλέπουν τον Άδωνι να απομακρύνεται, το στρώσιμό του να μην έρχεται.

Παρακολούθησα τη δίκη. Συνεχώς στο όνομά του αναφερόταν. Το περίμενα. Άπειρα μεσημέρια μέσα στην απόλυτη ησυχία της γειτονιάς ακουγόταν μια κραυγή, ένα ουρλιαχτό προσωπικής δυστυχίας, κάτι σαν "μα Απρίλιος ρε μάνα; Γαμώτο μου, Απρίλιος; Στη Ρώμη με κάνατε"; Ότι θα 'φτανε εκεί; Όχι. Γι' αυτό το λόγο τουλάχιστον δεν το περίμενα. Ποιος σκοτώνει μωρέ για ένα όνομα; Τσακωμούς είχαν και γι' άλλους λόγους. Ναι, βέβαια, δεν ήταν εύκολο παιδί ο Μάρκος, δεν ήταν εύκολοι γονείς και οι δικοί του. Μετά τον στρατό ας πούμε ήθελε μηχανή. Τους έλεγε ότι θα την παίρνει και θα χάνεται για μήνες γυρνώντας την Ελλάδα. Τότε την μάνα του την έπιαναν κρίσεις πανικού. Του έλεγε να βρει δουλειά, να αγοράσει μηχανή με τα λεφτά του και μετά αν του δίνουν άδεια για μήνες να πάει όπου θέλει και να την αφήσει να πεθάνει αυτή απ' την αγωνία της. Κι αυτός; Αυτός κοπάναγε τις πόρτες και τους έλεγε "θα φύγω, να το ξέρετε. Θα φύγω και θα 'ναι μέρα μεσημέρι". Κάπου εκεί παρενέβαινε ο πατέρας του με το άθλιο χιούμορ και συμπλήρωνε ατάκες του στυλ "μεσημέρι μπορεί να 'ναι, Απρίλης μόνο να μην είναι". Ε, να πω την αλήθεια, δε θα τον σκότωνα αλλά κι εγώ μια μπούφλα θα του την έδινα.

Το δέντρο που έχουν στο πλάι του σπιτιού το φύτεψε ο παππούς του. Δεν τον γνώρισε ποτέ, πέθανε πριν γεννηθεί. Δεν ήμουν φίλος με τον παππού του γιατί ήταν τσακωμένοι οι γονείς μας αλλά όσο μεγαλώναμε ένα γεια το λέγαμε. Άσχετο αυτό, το ξέρω, για τον πιτσιρικά θέλετε να σας πω σήμερα. Ναι, είναι το πιασάρικο θέμα των ημερών. Δύσμοιρε Μάρκο, έφαγες τα ισόβια και μόλις περάσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης όλοι θα σε ξεχάσουν. Ίσως βέβαια αυτό να θες. Να μην ασχολείται κανείς με εσένα.  Το δέντρο λοιπόν που σας έλεγα έχει ένα παράξενο όνομα. Επιστημονικά λέγεται Μελία η Αζεδαράχειος. Κανείς δεν το θυμάται έτσι όμως. Τουλάχιστον όχι στον τόπο μας. Εδώ το λέμε Μάη. Καταλαβαίνετε τη συνέχεια, έτσι; Τριών-τεσσάρων χρονών ήταν ο Μάρκος κι ο πατέρας του τον έστησε μπροστά στο δέντρο και του λέει "και τώρα να σου γνωρίσω τον αδερφό σου. Από εδώ ο Μάης" κι έλιωσε στα γέλια... Στο τσακ εκείνο το μεσημέρι δεν του πέταξα πέτρα στο κεφάλι.
Ξέρω, είναι μικρές ιστορίες που αν σε εμένα έχουν μείνει χαραγμένες κυρίως για το κλάμα ή την αντίδραση του μικρού, φαντάζομαι σ' αυτόν πώς  θα σωρεύονταν μέσα του όλα αυτά τα χρόνια. Πολύ μιλάω έ; Εντάξει, στην απομαγνητοφώνηση κρατήστε μόνο τα πιασάρικα. Είμαι μεγάλος, γέρος πολύ, για τα χρόνια μου καλά κρατιέται το μυαλό μου. Έχετε ακούσει πώς μιλάτε εσείς οι δημοσιογράφοι; Μην ανοίγουμε όμως κι αυτή την κουβέντα. Δε σας παίρνει σας λέω!

Το δέντρο που έλεγα, ναι έχει άμεση σχέση με την ιστορία μας. Ο μπαμπάς του έφερε το αλυσοπρίονο πριν ένα μήνα περίπου. Ο Μάης είχε μεγαλώσει πολύ και το ένα κλαδί του έπεφτε στη στέγη του σπιτιού τους. Θα την γκρέμιζε αν το αφήνανε. Στην αρχή το δοκίμαζε αλλά δεν τον είδα να τα πολυκαταφέρνει μόνος του. Βρουμ βρουμ και του σβηνε. Φώναξε τον Μάρκο τότε. Πάντα Απρίλη τον έλεγε, ποτέ Μάρκο. "Απρίλη, κατέβα λίγο να με βοηθήσεις"! "Τι είναι; Τι θες, δεν μπορώ τώρα, κάτι γράφω"! "Θα το γράψεις μετά, κατέβα να με βοηθήσεις μισή ώρα. Θέλω να κόψω τον αδερφό σου"! Το μπαμ μιας πόρτας κι ένα "γαμώ την τύχη μου" ήταν το σημάδι ότι κατέβαινε να βοηθήσει. Σκαρφάλωσε στο δέντρο και έκοψε το κλαδί. Μετά κατέβηκε και το τεμάχισε σε μικρά κομματάκια. "Μπράβο" του είπε ο χαζοπατέρας. "Ο αδερφός σου θα μας κρατήσει ζεστούς πολλά βράδια ετούτο τον χειμώνα". Δεν αντέδρασε. Έφυγε και κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό του.
Όχι, εκείνο το βράδυ δεν τον άκουσα. Ξέρετε, πίνω λίγο παραπάνω τις νύχτες. Στα 84 μου τι να φοβηθώ πια; Ακόμη κι οι αρρώστιες με βλέπουν κι αλλάζουν δρόμο. Έτσι και τότε άδειασα τις δυο μπουκάλες με το ξινόμαυρο που μου είχε στείλει η κόρη μου απ' τη Νάουσα και κατά τις δώδεκα κοιμήθηκα βαριά. Δεν ξύπνησα παρά απ' τις σειρήνες το πρωί. Ναι, δίκιο έχετε, πολύ δυνατά πρέπει να ακούστηκε το αλυσοπρίονο μέσα στην ησυχία της βραδιάς αλλά σας είπα, δεν άκουσα τίποτα. Ούτε βρουμ-βρουμ, ούτε ουρλιαχτά αν υπήρξαν, ούτε μάχη, ούτε τίποτα. Μέσα σε λίγες ώρες ο Μάρκος είχε τεμαχίσει τον αδερφό του και τους γονείς του. Όχι, δεν είναι χαιρεκακία, μη μου χρεώσετε τίποτα τέτοιο στο ρεπορτάζ σας. Εγώ το αγαπάω το παιδί. Λέω τη φράση που θα χρησιμοποιούσε ο πατέρας του!

Νυχτώνει. Θα φύγετε κύριε δημοσιογράφε; Καθίστε αν θέλετε. Θα σας πω για τότε, στα δεκάξι του που αγόρασε ντραμς και τα 'φερε στο σπίτι. Ανακοίνωσε στη μάνα του ότι θα έπαιζε μόνο όταν έλειπαν αυτοί κι ότι θα γινόταν διάσημος. Θα έκανε το πρώτο ελληνικό συγκρότημα που τραγουδούσε μόνο ιαπωνικούς στίχους. Καλέ εννοείται, δυο μήνες μετά τον ανάγκασαν να τα ρίξει στον κάδο των σκουπιδιών... Μείνετε, είναι μεγάλη ιστορία. Να βάλω κρασάκι; Ανεβάζω πάλι το ραδιόφωνο, δε σας ενοχλεί;

"Μάνα στις εφημερίδες, πες μου αν με είδες..."

Monday, November 23, 2015

Μάρκος Απρίλιος: μη γελάτε!

Είμαι ο Μάρκος Απρίλιος. Μη γελάτε, όχι κι εσείς. Αυτή την αντίδραση αντιμετωπίζω σε όλη μου τη ζωή. Οι γονείς μου νόμιζαν ότι είχαν χιούμορ. Τελικά κατάφεραν να φτιάξουν έναν άνθρωπο γεμάτο ψυχολογικά προβλήματα, που έχει περάσει τα δώδεκα απ' τα εικοσιοχτώ χρόνια της ζωής του στα κρεβάτια και τις καρέκλες συνεδριών και ομάδων υποστήριξης. Έχω ξεχάσει πια τον αριθμό των ψυχολόγων που έχω γνωρίσει. Ευτυχώς, εδώ μέσα νομίζω θα ηρεμήσω. Έπρεπε να το 'χα κάνει νωρίτερα, ίσως τώρα να ένιωθα κάπως φυσιολογικά. Να μην έτρεμα στην ιδέα του πρώτου εγερτηρίου, της πρώτης αναφοράς, της πρώτης γνωριμίας, του πρώτου καυγά. Όπως και να' χει θα προσπαθήσω να επιστρέψω στην αρχή. Εδώ μέσα έχω ένα safe, είμαι ένα νούμερο και αυτό θα παλέψω να κρατήσω για όλους. Το όνομά μου θα είναι μια συμφωνία σιωπής ανάμεσα στη γλώσσα μου και τη μνήμη μου. Ομερτά.

Γεννήθηκα την δέκατη έβδομη μέρα του Απριλίου του 1987. Μάρκος ήταν ο σκύλος των γονιών μου. Το Απρίλιος τους βγήκε αυθόρμητα στο ληξιαρχείο. Πριν καν με βαφτίσουν με φώναζαν και με τα δύο ονόματα. Στο Μάρκος τρέχαμε κι εγώ και το λυσσάρικο. Στο Απρίλιος αυτό καθόταν και γρύλιζε κι εγώ πήγαινα με τρόμο μη με κάνει μια χαψιά που του είχα κλέψει το χάδι και το φαγητό.
Τα χρόνια περνούσαν και δεν είχα συνειδητοποιήσει ακριβώς τι κουβαλούσα ως προίκα. Έγινε όμως την πρώτη μέρα στο σχολείο. Η προσγείωσή μου ήταν απότομη, το Απρίλιος έγινε Μάιος, Ιούνιος, Δεκέμβρης, Χριστούγεννας, Πάσχας και ό,τι μπορούσαν ένα, δέκα, τριάντα εξάχρονα να φανταστούν. Το κλείσιμο στην τουαλέτα για τέσσερις ώρες, με κλάμα και ουρλιαχτά, ήταν η φυσιολογική κατάληξη. Τα παιδιά δεν έχουν τόσο καλή ψυχή όσο λέγεται. Ανθρωποφάγα είναι. Τουλάχιστον μαζί μου αυτό ήταν. Μετά ήρθε ο πατέρας μου, με έπεισε να ανοίξω, με πήρε σπίτι και μου εξήγησε ότι δεν έπρεπε να ντρέπομαι, ότι όλων τα ονόματα είναι κάπως περίεργα. Έλα μου όμως που δεν ήταν. Γιάννης, Κώστας, Σπύρος, Αντώνης, Γιώργος... τόσα φυσιολογικά, αδιάφορα, ωραία ονόματα. Εισιτήρια ξεγνοιασιάς. Όλα εκτός απ' το δικό μου. Μάρκος Απρίλιος... Ένα χρόνο πριν είχε γίνει το ατύχημα του Τσέρνομπιλ. Μάλλον τους δικούς μου τους είχε πειράξει περισσότερο απ' τους υπόλοιπους Έλληνες.
Τι τα σκέφτομαι τώρα; Όλα μου τα παιδικά χρόνια, όλη μου η ζωή έτσι εξελίχθηκε. Τα ραντεβού με τα κορίτσια, οι συνεντεύξεις για δουλειά, η θητεία στο στρατό. Όλα μια αποτυχία, μια κοροϊδία, μια ντροπή...


 Γιατρέ μου δεν έχω κάτι άλλο να σας πω. Τα είπα και στη δίκη εξάλλου, μπορείτε να ενημερωθείτε απ' τα πρακτικά της. Τους σκότωσα και νομίζω έκανα αυτό που θα ηρεμήσει την ψυχή μου. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού λένε οι γραφές κι εγώ είμαι βαθιά θρήσκος κατά μια δικιά μου οπτική. Με κατέστρεψαν και τους το επέστρεψα. Τώρα θα τιμωρηθώ στη γη για την πράξη μου και όταν έρθει η ώρα στον ουρανό για την αμαρτία μου. Δεν έχω τύψεις όμως.  Κι ούτε μετανιώνω. Από σήμερα, από εδώ και πέρα, είμαι ο φυλακισμένος νούμερο 1741987. Μπορώ να φύγω; Μπορώ να πάω στο κελί μου;

Sunday, November 15, 2015

Τέλος του κόσμου: Πέντε χρόνια μετά. Κι άλλα πέντε.


Μέρα 1825η ΜτΚ

Επέτειος σήμερα. Πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια μόνη. Τι ήταν αυτό; Από πού ήρθε; Γιατί κανείς δεν το πρόβλεψε; Και πώς δηλαδή; Τους εξαφάνισε όλους σε όλο τον κόσμο; Ναι στην πόλη μου, ναι ως εδώ που έχω φτάσει. Μόνο σκόρπια ζώα σαν την Κάρλι, τη σκυλίτσα μου που με βρήκε ένα απ' τα πρώτα βράδια. Τι θα 'κανα αλήθεια χωρίς αυτή; Θα 'χα τρελαθεί, ε; Αντέχει ο άνθρωπος χωρίς καμιά παρέα; Αντέχει το μυαλό του χωρίς επιβεβαίωση ότι κάποιος τον ακούει, κάποιος, έστω στοιχειωδώς, τον καταλαβαίνει; Πέντε χρόνια Μετά την Καταστροφή. Πολιτισμός διαλυμένος αλλά η Φύση σιγά-σιγά ανακάμπτει. Κι είναι αυτό η πιο δυνατή φωνή ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί και δίχως τον άνθρωπο. Είναι η επιβεβαίωση των προσγειωμένων, των νηφάλιων πριν την καταστροφή, που έλεγαν ότι είμαστε απλά ένα ακόμη δημιούργημά της, ότι αν συνεχίζαμε να μην τη σεβόμαστε θα έκανε ό,τι είχε κάνει με τόσα άλλα δημιουργήματά της μέσα στις χιλιετίες: θα μας εξαφάνιζε.
Μόνη μου λοιπόν; Κοιτάζω τα βράδια τον ουρανό. Βλέπω σκόρπιους δορυφόρους. Στην αρχή έλεγα ότι για να είναι εκεί πάνω ίσως να υπάρχουν κι εδώ κάτω κάποιοι που τους χειρίζονται. Τώρα δεν το λέω. Ξέρω, είναι απομεινάρια ενός πολιτισμού που κάποτε άκμασε και κατάφερε σπουδαία πράγματα. Δυστυχώς, όχι μόνο τέτοια. Θυμάμαι τους πρώτους μήνες τι τρόμος, τι πόνος, τι πανικός σε μια μόνο σκέψη: τι κάνουν οι άνθρωποι που ήταν στο διάστημα, στον διαστημικό σταθμό τη στιγμή της καταστροφής; Έχουν ξεμείνει εκεί πάνω και περιμένουν απλά το τέλος τους απ' την πείνα; Φαγώθηκαν μεταξύ τους; Αυτοκτόνησαν;... Ουφ, το αποδέχτηκα. Είδα τόση φρίκη στην πόλη μου, μπαίνοντας σε άλλες πόλεις που όλα πια μου φαίνονται φυσιολογικά. Σαν και να έχει μπει μια ασπίδα ενάντια σε κάθε αισθηματικό πόνο. Δε νιώθω ρε παιδί μου, πώς να το πω; Έτσι μου έφυγε κι ο φόβος. Ακούω ουρλιαχτά στη νύχτα και δεν τρομάζω. Ακούω θορύβους κοντά μου στο σκοτάδι και απλά προσπαθώ να ηρεμήσω την Κάρλι. Δεν έχει ανθρώπους. Ζώα είναι, μόνα σαν κι εμένα, που με φοβούνται και κρατάνε την απόσταση που θεωρούν ασφαλείας.


Μέρα 2190η ΜτΚ

Ένας ακόμη χρόνος. Να ανάψουμε κεράκι Κάρλι; Γελάς; Αλήθεια το λέω. Έτσι κάναμε παλιά. Στα γενέθλια ανάβαμε κεράκια, κάναμε ευχή και τα σβήναμε προσπαθώντας να μη μείνει κανένα αναμμένο. Μόνο έτσι έπιανε η ευχή. Εγώ τι ευχόμουν; Τα πιο τρελά. Ήθελα να εκθέσω το τζίνι. Ας πούμε να μιλάω ιαπωνικά άπταιστα ως τα επόμενά μου γενέθλια. Εννοείται ποτέ δε γινόταν. Αλλά... τώρα που το σκέφτομαι, τώρα που είμαστε μόνοι μας εδώ, γιατί όχι; Λοιπόν, Κάρλι, από σήμερα μιλάμε ιαπωνικά. Ναι-ναι, κι εγώ κι εσύ. Γαβ είναι το γαβ στα ιαπωνικά. Ποιος ξέρει πώς να 'ναι στα ελληνικά; Πάει αυτή η γλώσσα, χάθηκε μαζί με τους κατοίκους της. Ό,τι έχει μείνει απ' τον πολιτισμό της γης είμαι εγώ με τις θύμησές μου και την τελευταία γλώσσα που διασώζω μέσω ετούτου του ημερολογίου: τα ιαπωνικά!

[Σημείωση να σκιστεί και να καεί: Χαχχαχαα, πολύ αστείο αυτό με τα ιαπωνικά. Φαντάζομαι όταν μετά από αιώνες ένας ιπτάμενος δίσκος από κάπου πολύ μακριά θα προσγειωθεί και θα βρει το ημερολόγιό μου και θα καταγράψει ετούτη τη γλώσσα ως ιαπωνικά!!! Αυτό είναι η παραχάραξη της ιστορίας που λέγανε! Γιούχου, είμαι παραχαράκτης και πολύ γουστάρω.]

Περπατάω αλλά όχι συνέχεια. Τριγυρίζω μετά από μήνες κατασκήνωσης κάπου που μου αρέσει πολύ. Αποφεύγω τη θάλασσα. Προτιμώ να κινούμαι ηπειρωτικά. Μου αρέσει να την κοιτάζω αλλά πια μου φέρνει μεγάλη θλίψη. Δεν είμαι για μελαγχολίες, έχω πολλές σκοτούρες να διαχειριστώ, όχι κι αυτή. Είναι ένα όριο η θάλασσα. Δε θα μπορέσω να τη διασχίσω ποτέ μόνη μου. Δεν ήξερα ιστιοπλοΐα, δεν είχα μπει ποτέ σε μικρή βάρκα παρά μόνο στα πλοία της γραμμής. Και δεν ξέρω μπάνιο. Πού να πάω λοιπόν; Να πνιγώ; Άσε τώρα. Έχω έναν πολιτισμό να συνεχίσω. Μια γλώσσα να διαιωνίσω... Χαχαχαχχαχαχχααα... Βρε λες να μου στρίβει;


Μέρα 2555η ΜτΚ

Άλλος ένας χρόνος. Χωρίς σεξ. Πώς ήταν, αρχίζω να το ξεχνάω; Ναι, αυτό μου λείπει πιο πολύ απ' όλα. Είναι εξάλλου και η μόνη ζωτικής σημασίας ανάγκη μου που δεν μπορώ να ικανοποιήσω. Πόσες φορές, όλο και πιο συχνά, τα πόδια μου καίνε, μουσκεύω, τα παρατάω όλα και αρχίζω και χαϊδεύομαι εκεί που βρίσκομαι. Τι τάχα μου, θα με δει κανείς, θα εκτεθώ; Βαρέθηκα όμως. Τι να κάνω τις φαντασιώσεις των κατά μόνας ικανοποιήσεών μου όταν ξέρω ότι κανείς πια δε θα βρεθεί να μπει μέσα μου, να τον νιώσω να παλινδρομεί έρωτα και ηδονή, να ιδρώνει εξάντληση γλυκιά, να δαγκώνει ουρλιαχτά και να τελειώνει μαζί μου θάλασσες; Είμαι πιτσιρίκα και ότι σταμάτησα να πηδιέμαι τόσο νωρίς μπορεί να κάνει ότι δεν κατάφερε η μοναξιά και φρίκη: να με οδηγήσουν στην αυτοκτονία. Είπαμε: η κουβέντα είναι για μια ζωτική μου ανάγκη.
Τι γαβγίζεις γριούλα μου; Εσύ πέρασες τα δώδεκα, δε σκέφτεσαι τέτοια πια. Εγώ αντίθετα, πριν τα τριάντα, όλο και περισσότερο ζαλίζομαι στην έλλειψή του. Το 'χει εξάλλου κι η φυλή μου, είναι ίδιόν της. Έτσι είμαστε στην Ιαπωνία, sex addicts που λέγανε κι οι Κινέζοι... [Χαχαχαχχαχα τέλεια περνάω η παραχαράκτρια!] Τώρα καταλαβαίνω τον δύσμοιρο τον Αδάμ και τη φιλολογία του Χριστιανισμού. Τον έφτιαξε ο Θεός και μάλλον πηδούσε ακόμη και τα καρπούζια. Γι' αυτό σκέφτηκε και του έστειλε την Εύα. Ή τον Ντέιβιντ. Δεν είμαι σίγουρη. Μεγάλοι ψευταράδες ήταν εξάλλου οι συγγραφείς των θρησκειών. Μην κοιτάς εμένα που είμαι αληθινή σαν παγόδα στην Κατερίνη. Χμ, τι είναι θρησκεία; Ούτε αυτό το ξέρεις; Θρησκεία ήταν κάτι σαν αυτό που έχουμε στήσει εμείς οι δύο εδώ πέρα. Ξεκινούσε πάντα με έναν (εμένα δηλαδή) σε έναν ολόκληρο κόσμο, ύστερα ερχόταν μια παρέα (εσύ δηλαδή) και στην πορεία έμπαιναν κανόνες που έπρεπε να ακολουθηθούν από όλους (απ' τους εξωγήινους που θα έρθουν μετά από χιλιάδες χρόνια δηλαδή). Βάζω λοιπόν τώρα τον πρώτο κανόνα: Οι Ιάπωνες μπορούν να αυνανίζονται παντού και πάντα κι αυτό είναι φυσιολογικό. Οι υπόλοιποι μόνο κάτω από μουριές 6-7 το απόγευμα...
Λαλλαλααλλα... και εγένετο τρέλα!


Μέρα 2691η ΜτΚ

Έφυγε και το δίσεκτο. Γρουσούζικο έτος. Έχασα την Κάρλι πριν δυο βδομάδες. Σαλάτα το μυαλό μου. Δεν την έθαψα. Θα δενόμουν με τον τόπο κι αυτό θα ήταν και το δικό μου τέλος. Νομίζω με σώζει το ότι κινούμαι, το ότι περπατάω. Έχω διασχίσει τη μισή Ευρώπη. Νότια Ευρώπη. Αποφεύγω τα μεγάλα κρύα. Δε νομίζω θα τα καταφέρω να επιβιώσω στα χιόνια. Ούτως ή άλλως η Καταστροφη άλλαξε τον καιρό. Μια τέφρα έχει κάνει πιο αχνό τον ήλιο. Σίγουρα 8-10 βαθμοί πιο κάτω από ό,τι είχαμε πριν. Ίσως φτάνοντας στην Ιβηρική να κάνω την απόπειρα απ' το Γιβραλτάρ να περάσω απέναντι. Θα δω πώς. Αφού πρώτα κάνω δοκιμές με βάρκες κοντά στην ακτή, θα περιμένω μέρα άπνοιας και θα το τολμήσω. Κάπως έτσι μάλλον. Πρέπει να ψάξω πιο ζεστά μέρη. Τώρα πάντως σκέφτομαι την παράκαμψη ως το Παρίσι. Του χρόνου τέτοια εποχή, άνοιξη, θα το κανονίσω να είμαι εκεί. Όταν θα λιώνουν τα χιόνια και θα είναι υποφερτές οι νύχτες. Ήταν τεράστια πόλη, δεν ελπίζω αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί ένας ακόμη να περιφέρεται μέσα στην τρέλα του στα ερείπιά της. Μπορεί να έχει αυτοανακυρυχτεί ο Βασιλιάς του Άιφελ. Τι ήταν το Άιφελ; Τίποτα, μη δίνεις σημασία. Ένα ζαχαροπλαστείο. Είχανε σε μεγάλη εκτίμηση τις τάρτες του πριν γίνει το μπουμ. Θα του μιλήσω στα ιαπωνικά, θα του τα μάθω αφού δε μιλάω άλλο παρά ελάχιστα κινέζικα. Θα τα βρούμε, είμαι σίγουρη. Εξάλλου είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου, πώς να μου αντισταθεί. Και με σεξουαλική πείνα που θυμίζει άραβα βροντόσαυρο μετά από ραμαζάνι. Χαχαχαχχχαα σαλεύω!
Την έκαψα. Την Κάρλι λέω. Έχω την τέφρα της στο σάκο μου. Τώρα ψάχνω καινούριο σκυλάκι. Πάνε μήνες από όταν είδα το τελευταίο. Ήταν άγριο, του γάβγισε κι η Κάρλι και δε μας πλησίασε. Ελπίζω να φανώ πιο τυχερή περνώντας απ' τις εξοχές. Θα αφήσω σε λίγο το κατάλυμά μου. Δε θα βιαστώ, θα ξεχειμωνιάσω σε χωριό με πολλά ξύλα και κάποιο σπίτι όρθιο αλλά ο στόχος θα παραμένει το Παρίσι. Σε ένα χρόνο από τώρα. Εκτός... εκτός κι αν ένας άντρας, μια γυναίκα βρεθεί κάπου στο μεσοδιάστημα. Τότε μαζί θα αποφασίσουμε, μαζί θα σχεδιάσουμε, μαζί θα πάμε. Αφού πρώτα κάνουμε σεξ.


Μέρα 3056η ΜτΚ

Παρίσι. Είμαι σε σοκ. Η μισή πόλη είναι άθικτη. Δεν πίστευα ότι θα ξανάβλεπα κάτι τέτοιο. Σαν και να μην πέρασε από εδώ ο Αρμαγεδδών. Δεν έχω βρει κανέναν ακόμη αλλά έχω πια ελπίδες. Περπατάω από χτες σε κάθε δρόμο με τη σειρά και φωνάζω. Δεν έχω πάρει απάντηση αλλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί ρε γαμώτο. Τώρα είμαι σε ένα σούπερ μάρκετ. Άπειρες προμήθειες στα ράφια άθικτες. Με προβληματίζει αυτό. Αν ζούσαν άνθρωποι θα τις είχαν πάρει. Αν όμως ζει μόνο ένας, δύο; Τότε είναι πολλά τα σούπερ μάρκετ και ίσως δεν έχουν πάρει ακόμη από εδώ. Δε χάνω το κουράγιο μου. Πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια ξαναβρήκα αυτά τα χαρτάκια που διπλώναμε στην τσέπη και πάνω τους γράφαμε "Ελπίδα". Ε, δε θα τα πετάξω τόσο εύκολα!
Γεμίζω τον σάκο μου τρόφιμα και νερό. Παίρνω μολύβια και χαρτιά. Θα συνεχίσω το ψάξιμο. Είναι δυο ώρες ακόμη για τη νύχτα. Αν και τότε θα συνεχίσω λίγο ακόμη. Μια φωτιά αναμμένη φαίνεται καλύτερα στο σκοτάδι. Φεύγω.


Ντριιιιιιιιιιιν! Ντριιιιιιιιιιιιν! Ντριιιιιιιιιιιν!

Έχω κοκαλώσει. Είναι τηλέφωνο. Το τηλέφωνο του Σούπερ Μάρκετ χτυπάει. Έχω κοκαλώσει. Όχι, πρέπει να τρέξω, να το προλάβω, να ξεπεράσω την έκπληξη. Παρατάω το μολύβι, τρέχω, θα σου γράψω μετά τι έγινε!

-Ν... ν... ναι; Παρακαλώ;
-ちょっと
-.... ε;
-こんばんは

-... Πλάκα μου κάνετε, ε;

Wednesday, November 11, 2015

7 μικρές ιστορίες για μικρά και μεγάλα μαχαίρια



1. -Γεια σου, πώς σε λένε;
-Σαρτρ. Εσένα;
-Παππού. Θες να πάμε μια βόλτα;
-Ναι, πάμε. Έχεις κάπου κατά νου;
-Κάτι σκέφτηκα. Σε ένα χωράφι εδώ παρακάτω υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο που μοιάζει με μαχαίρι. Πάμε εκεί, να καθίσουμε στη σκιά του, και να μιλήσουμε στην ησυχία.
-Τέλεια. Και ξέρεις; Αν πηγαίνουμε κάθε μέρα εγώ θα σου γράφω μια διαφορετική ιστορία για αυτό το μαχαίρι.
-Κάθε μέρα μια ιστορία; Για πόσο;
-Για πάντα.

2. Οξείδιο ζιρκονίου! Από αυτό θα μπορούσε να είναι φτιαγμένο το σπαθί των Τζεντάι, η κάνη του όπλου του Ρόλαντ απ' τη Γαλάαδ της Μέσης Γης, το φερμουάρ στη φούστα μιας χορεύτριας σε καμπαρέ στο τέλος του σύμπαντος, το σφράγισμα στο δόντι απόγονου του Σίζαρ στον πλανήτη των πιθήκων.   Ακούγοντας αυτό το όνομα θα μπορούσα να το συνδέσω με κάτι εξωτικό, φανταστικό, λίγο μυστικιστικό, σίγουρα σπάνιο, ίσως και επικίνδυνο για όποιον το έχει στην κατοχή του ή το ψάχνει. Εν τέλει, ο κόσμος μας είναι πιο απλός, τα ονόματα απλά κάνουν εφέ. Από οξείδιο ζιρκονίου είναι φτιαγμένα τα κεραμικά μαχαίρια. Δηλαδή και το πράσινο που αγόρασα σήμερα κι έκοψα κακοσχηματισμένα κυβάκια όλα τα λαχανικά της χορτόσουπας που έφτιαξα.

3. Αγαπημένη μου συνήθεια είναι να παίζω με το στυλ λατρεμένων μου ποιητών και συγγραφέων. Ας πούμε ότι κάνοντάς το αυτό με βοηθάει στο να μην τους θεοποιώ. Να τους αγαπώ ως θνητούς και να τους ερωτεύομαι ως τέτοιους. Να δώσω ένα παράδειγμα. Τιμ Μπάρτον και μελαγχολικός θάνατος του Στρειδάκη:

Ο ΜΑΧΑΙΡΟΧΕΡΑΚΗΣ
Τάνια λέγανε τη μαμά μου
και γονιμοποιήθηκα με εξωσωματική
απ' το σπέρμα του μπαμπά μου
που του ξέφυγε πάνω σε μαχαίρι με λάμα κεραμική.
Εννιά μήνες με κυοφορούσε
κι όταν έφτασε η στιγμή
μόνος μου το αποφάσισα
γεννήθηκα με καισαρική.

4. Διαβάζω κάθε μέρα την ενημέρωση για τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Σήμερα κυκλοφόρησαν φωτογραφίες απ' το μαχαίρι με το οποίο ο Ρουπακιάς σκότωσε τον Παύλο Φύσσα. Πρώτη σκέψη, ταυτόχρονη της ανατριχίλας ήταν ο στίχος του Καββαδία: πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

5. Πάντα με ενοχλούσε αυτό το Κ στο αγγλικό Knife. Από έξι χρονών που μου το 'μαθε η κυρία Σταυρούλα στην τάξη των αγγλικών. Τι δουλειά έχεις εκεί καλό μου; Ποιο βράδυ η ορθογραφία ήπιε τόσο που χώθηκε αθόρυβα, ολόγυμνη, στα σεντόνια της γραμματικής; Τι παράξενο δέσιμο φθόγγων είναι αυτό;  Κι από ποιους κρύβεσαι; Γιατί κανείς μας να μην αναφέρει ότι σε είδε, ότι είσαι εκεί, στη λέξη; Ιγκόγνιτο θα ζεις στα κείμενα και τους φόνους που συμβαίνουν στο νησί;

6. Να ανοίξω μια παρένθεση, ακόμη και τα σκυλάδικα έχουν μια βάση νομίζω. Όχι, δεν είναι του ρεπερτορίου μου, χιλιόμετρα απέχουν απ' τα δικά μου ακούσματα, κάποιων τους στίχους όμως λίγο-πολύ όλοι τους έχουμε ακούσει. Έστω και παρωδώντας τους. Ο παππούς μου λοιπόν, απ' τον εμφύλιο πήρε προίκα μια μαχαιριά. Κάτω χαμηλά στο πόδι. Ξιφολόγχη για την ακρίβεια. Τραύμα διαμπερές, σημάδι κι απ' τη μια κι απ' την άλλη. Δε μιλούσε ποτέ γι' αυτή. Μόνο στα δύσκολα του χειμώνα, στα κρύα και τις υγρασίες του όταν πονούσε, έβριζε τις λάμες, τους ανθρώπους που σφάζονται και τους ανθρώπους που κρατάν μαχαίρια. Με πιάναν τα γέλια εμένα και του τραγουδούσα για του "νταβατζή τη μαχαιριά". Κωλόπαιδο μ' ανέβαζε, τσογλάνι με κατέβαζε. Γελούσαμε μαζί στο τέλος. Κλείνει η παρένθεση.

7. -Και τα γλυκά γιατρέ;
-Εννοείται! Πρώτα τα γλυκά.
-Όλα; Ούτε σοκολάτες; Αν δε φάω μία μετά το φαΐ το μεσημέρι και λίγη μερέντα το απόγευμα δεν αντέχω. Και το βράδυ λίγο πριν τον ύπνο, θέλω μια γάλακτος. Θα μου στρίψει χωρίς αυτά. Γιατί να ζω μετά; Για τον αρακά ή το σπανακόρυζο; Σαν φταρνίσματα βατράχων μοιάζουν. Θέλω μια κουρτίνα να τα κρύβω. Αυτό, αυτό ακριβώς είναι οι σοκολάτες. Η κουρτίνα που με κάνει να μη βλέπω όλες τις υπόλοιπες αηδίες που τρώω.
-Χα! Ωραία το έθεσες αλλά... μαχαίρι. Κομμένο οτιδήποτε έχει ζάχαρη. Δεν το συζητάμε άλλο.


Saturday, November 7, 2015

Σε θέλω (δίχως τελεία)

Αρχή μέση τέλος. Αυτό. Εδώ και δυο ώρες στο μυαλό μου αυτό. Τι για ιστορία, τι για σχέση, τι για ένα μόνο βράδυ. Όλα σε μια κανονικότητα. Λέξεις κομμάτια παζλ, λέξεις τουβλάκια ενός lego που θα ταιριάξουν ως πρέπει. Ναι, μπορεί να κάνουν μερικά δικά τους, παράξενα σχήματα αλλά πάλι θα είναι πεπερασμένος ο αριθμός τους. Αρχή πιο μέσα η πρώτη λέξη, μέση σώμα δεμένο, τέλος με ένα σημείο στίξης να βροντοφωνάζει "ως εδώ". Ε, λοιπόν, όχι. Όχι από 'μένα, ρε παιδί μου. Γράψε σαν πεντάχρονος Μόγλης, μίλα σαν απρογραμμάτιστο ρομπότ, ερωτεύσου σαν κορίτσι του Ρόμπινς. Ανέτρεψε και την τελευταία σταθερά αυτής της ύπαρξης: τη σκέψη, τον ειρμό της.

Σε θέλω άπειρα και στο εκμυστηρεύομαι ακριβώς εκεί: στο συν άπειρο που τα μαθηματικά σταματάν και οι υπόλοιποι έχουν πεθάνει. Σε θέλω όταν κανείς άλλος δεν έχει μείνει και σε θέλω γιατί εξαιτίας σου άδειασα τον κόσμο και κανείς άλλος δεν έχει μείνει. Στήνω πνιγμούς στη λογική και στο τέλος της ανάσας της τη φιλάω στεγνά, ανάερα σαν και να θεώνω όχι την αλληλουχία που την ορίζει αλλά την αναρχία που εμφανίζεται στον βρόγχο της. Σε θέλω και εν τέλει δε στο λέω, δε στο δείχνω με κανένα τρόπο, ακυρώνω ακόμη κι αυτό το κείμενο κι είναι ετούτος ένας επιπλέον τρόπος να αφήσω στίγμα στο σύμπαν, σε όσους θα 'ρθουν και θα ψάχνουν τα μεγέθη του δικού μας πολιτισμού. Είναι τρόπος να πω για το δίχως όρια θέλω ενός ανθρώπου που αδιαφόρησε να σώσει με συμβολαιογράφο την διαθήκη του πόθου του, να ζωγραφίσει σε βράχους τα μεγάλα τα κυνήγια -των εξαιτίας σου- σπασμών του. Σε θέλω (δίχως τελεία)