Friday, May 30, 2014

Τι θα 'λεγαν οι γέροντες;*

1905, το μοναστήρι της Φανερωμένης


«Άνθρωπος του μόχθου». Φράση συναγερμός για τα επικοινωνούντα με το συναίσθημα κύτταρά μου. Φράση ναύαρχος σε επιθεώρηση για τη ναυτική βάση που υπηρετούν οι τρίχες των χεριών μου. Φράση ζεστή, γλυκιά, οικεία όσο η μυρωδιά από χώμα των χεριών και των ρούχων του παππού μου.
Ο παππούς μου, άνθρωπος της γης, σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε μαζί της. Χωρίς μηχανήματα, χωρίς τρακτέρ. Ποτέ. Με τα χέρια. Την έσκαβε, την όργωνε, την έσπερνε, την καλλιεργούσε, την τρυγούσε. Τη χάιδευε, την έβριζε, την έφτυνε, τη φιλούσε, τη βλαστημούσε, την κατουρούσε, την αγαπούσε, ξάπλωνε πάνω της. Έπαιρνε πλαγιές χέρσες, σκληρές κι απάτητες για δεκαετίες, ναρκοθετημένες βράχια άσπαστα αιώνων και τους άλλαζε όψη. Τις άφηνε χωράφια έτοιμα να παραδώσουν καρπό, χωράφια καμάρι της θεάς Δήμητρας. Αν πολιτισμός είναι το σημάδι που με αίσθημα και λογική αφήνουμε στον κόσμο, τότε τα σημάδια του παππού μου στη γη είναι (και) η δικιά μου πολιτιστική κληρονομιά.

Να το γενικεύσω τώρα, να φύγω απ’ τα δικά μου. Ας πάμε σε επίπεδο χώρας. Πόσοι γέροντες, πόσοι σοφοί άνθρωποι του μόχθου πέρασαν απ' τα χωριά ετούτης της γης που κλείνεται στα δικά μας γεωγραφικά όρια; Τι κόσμο μας παρέδωσαν; Τι κόσμο παρέδωσαν στους γονείς μας, τι είναι αυτός που παραλάβαμε εμείς και τι αυτός που ετοιμαζόμαστε να αλλάξουμε ως σκυτάλη με τους επόμενους; Δε θυμόμαστε; Δεν έχουμε ζώσες μνήμες ενός άλλου τοπίου; Ας ψάξουμε τότε. Ας ξεφυλλίσουμε παλιές εφημερίδες, ας βρούμε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ας διαβάσουμε μαρτυρίες, ας χαθούμε λίγο στην ταξιδιωτική λογοτεχνία των τελευταίων αιώνων. Ας ταρακουνήσουμε τα στάνταρ της κιτσομπαρόκ αισθητικής μας. Δεν είναι, δεν ήταν ποτέ ο κόσμος τσιμέντο και πλαστικό και αυτοκίνητα. Δεν ήταν ποτέ ο κόσμος μια ασθμαίνουσα προσπάθεια επιβίωσης μέσω της διαρκούς κατανάλωσης. Ξενίζουν οι λέξεις μου; Γιατί; Μοιάζουν φορέματα άλλης εποχής; Ξεπερασμένες ιδέες ενός κόσμου που προχωράει μπροστά; Ίσως. Ίσως πάλι όχι. Ίσως ο δρόμος μας μπροστά να καταλήγει σε γκρεμό!

Να το εξειδικεύσω όμως πάλι, επιστροφή σε εμάς. Ζούμε σε ένα ωραίο μέρος. Θα ήθελα να μπορώ να πω ότι «ζούμε σε ένα ωραίο χωριό». Δεν το λέω. Η δικιά μου οπτική τουλάχιστον, δε μου το επιτρέπει. Αρκούμαστε να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως «πέρασμα». Επιζητούμε απ’ τους άλλους να μας δουν ως «στάση». Μα αλήθεια, τι πλάσματα μπορεί να είμαστε αν ευτυχούμε με όρους τροχαίας;

Θέλετε να κάνετε μιαν υπέρβαση του νου, της λογικής; Μαζέψτε στην πλατεία του χωριού όλους τους γέροντες και τις γριές που έφυγαν τα τελευταία εκατό χρόνια. Σκεφτείτε τους εκεί μετά από μια βόλτα, από μια ξενάγηση σε ό,τι καινούριο έχουμε φτιάξει, αφού τους πήγαμε στο βουνό, στις παραλίες, σε όλες τις γειτονιές και τέλος πάνω, στον κεντρικό δρόμο. Σκεφτείτε τους εκεί κι εσάς μπροστά τους και κάντε τους δυο ερωτήσεις: «Σας άρεσε αυτό που είδατε; Θα θέλατε να ζήσετε εδώ;» Δε θα απαντήσω εγώ γι’ αυτούς. Εγώ θα αντιστρέψω την εικόνα και θα απαντήσω στην ερώτηση του παππού μου για το δικό του χωριό, για τη δική του εποχή: Ναι, μου αρέσει αυτό που απ’ τις αφηγήσεις ξέρω, αυτό που απ’ τις φωτογραφίες έχω δει. Ναι, θα ήθελα να ζω εκεί!



*Είμαι απ' τη Λευκάδα. Το χωριό μου είναι δέκα λεπτά μακριά απ' την πόλη κι η εξέλιξή του στο χρόνο είναι όπως αυτή των περισσότερων τόπων της χώρας μας που από καθαρά αγροτικές κοινωνίες έγιναν κάποια στιγμή καθαρά τουριστικές κοινωνίες... Δεν είμαι εγώ που θα κρίνω συλλογικές επιλογές, λέω απλά ότι θα μπορούσαν να είχαν γίνει όχι αλόγιστα αλλά με σκέψη και σχεδιασμό.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο έντυπο του χωριού.

Wednesday, May 28, 2014

Δεν είν' ο κόσμος μου αυτός!



Δεν είναι θέμα παραίτησης. Δεν είναι ότι σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, ότι δεν είμαι εγώ από εδώ, ότι δεν είναι αυτός ο πλανήτης, οι άνθρωποι, ο πολιτισμός που θέλω. Δεν είναι θέμα αδιαφορίας. Δεν είναι ότι λέω ας κάνουν ό,τι θέλουν, ότι καρφί δε μου καίγεται, ότι εγώ είμαι εγώ κι έξω από εμένα στάχτη και κόλαση. Δεν είναι θέμα μοιρολατρίας. Δεν είναι ότι κοιτάζω παγωμένος απ’ τη γωνία μου τα γεγονότα να έρχονται, την ιστορία να γράφεται, το άσχημο να νικάει και λέω «αφού θα γίνει, τι μπορώ να κάνω;» και δεν κάνω τίποτα. Όχι, άλλο είναι.
Δεν είναι γεωγραφικό το πρόβλημα. Ουκρανία, Βοσνία, Ισπανία, Αίγυπτος, Ελλάδα, Συρία, Κατάρ, ΗΠΑ, Ελβετία, Νιγηρία, Κολομβία, Μεξικό... Δεν έχει τέλος ο κατάλογος με τις ματωμένες –ή μαύρες- πινέζες πάνω στο χάρτη. Δε θέλω να προσδιοριστώ εθνικά για να βγάλω την άρνηση απ’ τον τίτλο μου. Δεν ψάχνω σύνορα και φυλάκια και τελωνεία και διαβατήρια. Δεν είναι επίσης, σίγουρα, ιστορικό το πρόβλημα. Έχω ρίζες μεν, που μου ‘μαθαν όμως να μην κρατιέμαι εξαιτίας τους. Αντίθετα, να απλώνομαι, να μεγαλώνω τον όγκο του φυλλώματός μου, της ζωής μου δηλαδή. Να φεύγω, να ψάχνω, να ταξιδεύω, να γίνομαι ένα με άλλα χώματα, με άλλα νερά. Όχι, άλλο είναι.

Είναι που κάθε μέρα βλέπω πιο έντονη τη μαζική αποκτήνωση του ανθρώπου. Είναι που όροι όπως αγορά, εγχρήματη συναλλαγή, κέρδος, έθνος, βαρβαρότητα, διάκριση, ατομισμός, ιδιοτέλεια, φανατισμός, γλίτσα, κυριαρχούν στις ζωές μας. Είναι που πονάω στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του βλάκα και δε νιώθω αυτός ο πόνος να διαμοιράζεται –όπως θα όφειλε- στην πλειοψηφία της κοινωνίας. Είναι που δεν αντέχω τους θανάτους, που δεν αντέχω τη βία και που δεν αντέχω και αυτούς που αντέχουν και τους θανάτους και τη βία. Αυτούς που κρατάνε τα καρφιά τους άκαα στους φράχτες που έχουν περικυκλώσει τη φαιόχρωμη αφασία τους.



*Το κείμενο είναι του Φλεβάρη του 2014 κι είχε δημοσιευτεί στο Fridge.gr! Κάθε μέρα ωστόσο μου είναι πιο επίκαιρο. Κάθε μέρα μου βγαίνει περισσότερο αυτή η ανάγκη να αρνηθώ τον κόσμο που φτιάχνουμε γύρω μας!

Monday, May 19, 2014

Ο φασισμός που μεγαλώνει. Ο φασισμός μας!

440.000 χιλιάδες από εμάς συμπορευόμαστε με ένα κομματικό μόρφωμα που προτείνει την προσβολή της Συνθήκης της Γενεύης και την τοποθέτηση ναρκών κατά προσωπικού στα σύνορα. 440.000 από εμάς βλέπουμε έναν Πακιστανό, έναν Αλβανό, έναν Αφγανό, Αφρικανό, οποιονδήποτε μετανάστη και τον σκεφτόμαστε με κομμένα χέρια, ματωμένο πρόσωπο, σακατεμένα πόδια, σπασμένο κεφάλι, άψυχο. 440.000 από εμάς έχουμε στο σπίτι μας γκλοπ και σιδηρολοστούς, ρόπαλα και σιδερογροθιές, μαχαίρια και άλλα πολεμικά αντικείμενα με σκοπό όχι τη διακόσμηση αλλά την –σε πρώτη ευκαιρία- χρήση τους.
Ο πολιτισμός μας σταματάει εκεί που το χρώμα του δέρματος αλλάζει. Έχει σύνορο εκεί που οι γλωσσικοί φθόγγοι δε συνταιριάζουν με αυτούς που κατά μια –διαστρεβλωμένη έννοια- ακούγονται σε αυτό τον γεωγραφικό τόπο μερικές χιλιάδες χρόνια τώρα. Υψώνει τείχος μπροστά σε οτιδήποτε δεν είναι πολύ αντρικό, πολύ οικογενειακό, πολύ εθνικό, πολύ νταβραντισμένο, πολύ αμόρφωτο! Ο πολιτισμός μας είναι straight, body builder, ναζί και Έλληνας!
Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη βουλή. Και δεν είναι αστείο. Δεν είναι καν κακόγουστο, όπως προσπαθήσαμε να το ερμηνεύσουμε απαλύνοντας την ντροπή που μέχρι το τελευταίο μόριο ύλης μας νιώθουμε. Δεν είναι μια φάρσα που στήσαμε σε πολιτικούς που ως τώρα ευτέλιζαν την αξιοπρέπειά μας. Είχαμε άλλο τρόπο γι’ αυτό. Είναι πράξη συνειδητή σχεδόν μισού εκατομμυρίου συμπατριωτών μας. Είναι εντολή σχεδόν μισού εκατομμυρίου από εμάς προς ένα σωρό αγελαία ζώα, να μπουν στα έδρανα που προσπαθεί να ασκηθεί η δημοκρατία και να τα κάνουν όλα στάβλο. Να καταλύσουν εν τέλει –γιατί αυτός είναι ο ιδεολογικός τους στόχος- με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε κόστος, αυτό που τους έδωσε το δικαίωμα να περιφέρουν το φαιδρό τους ανάμεσά μας: το πολίτευμα.
Ο Νίκος Μιχαλολιάκος αποτέλεσε έμπνευση για έναν στους δέκα από όσους πήγαν να ψηφίσουν. Ανάμεσα σε εμένα και εννιά φίλους μου, εννιά συγγενείς, εννιά γνωστούς, ένας μας γοητεύτηκε απ’ τη χιτλερική ρητορεία και τις ναζιστικές πρακτικές ενός επικίνδυνου ανθρωποειδούς. Ένας μας κρυφοκοίταξε στα φιλμάκια με τις ειδεχθέστερες στιγμές της ανθρωπότητας και δεν σιχάθηκε. Ένας μας θυμήθηκε πράξεις της νεότερης ιστορίας, έβαλε πινέζες στα Άουσβιτς των χαρτών του και δε ρίγησε και δε φοβήθηκε!
Η Χρυσή Αυγή δεν είναι UFO που έπεσε απ’ τον ουρανό. Το 0.3 των προηγούμενων εκλογών δεν έγινε 6.8 μέσα σε ένα βράδυ. Είναι «παιδί» της κοινωνίας που φτιάχνουμε εδώ και μερικά χρόνια. Είναι μπάσταρδο των φοβικών ΜΜΕ, των φοβολάγνων οικογενειαρχών του καναπέ, των συναγερμών, των –με γεωμετρική πρόοδο αυξανόμενων- εταιριών σεκιούριτι, των χρημάτων που δε φτάνουν για την αξιοπρεπή επιβίωση, της αναζήτησης ενόχων για την κοινωνική μας κατρακύλα, της ολοένα και πιο λειψής μας παιδείας.
Μπορεί ένα ποσοστό από μόνο του, δυο απλά νούμερα με δυο σημαδάκια να φοβίζουν; Ναι, μπορούν. Η απάντησή μου είναι κατηγορηματική. Με τρομάζουν κι αυτός είναι λόγος να σηκωθώ, να ψάξω και να βρω τρόπους να ηρεμήσω. Να σκεφτώ πως βγήκαν τα σκουλήκια απ’ τη λάσπη και πώς θα τα στείλω πάλι εκεί. Τι πρέπει να ξανακάνω, σε ποιες συζητήσεις να επιστρέψω, ποιο κουμπί πρέπει να ξαναπατήσω για να κλείσει η τηλεόραση, ποια βιβλία να κατεβάσω πάλι απ’ τα ψηλά ράφια, ποια οράματα να ξαναδελεάσουν τις παρέες μου για να στείλουν τις μέρες μας πάλι μακριά από φαιόχρωμες σκοτεινιές. Την έγερση ζήτησαν, μα και να ‘ξεραν πόσο ελάχιστοι θα μοιάζουν, μέσα στα φουσκωτά τους μπράτσα, όταν σηκωθούμε πάνω!



*Το κείμενο είχε γραφτεί δυο χρόνια πριν, αμέσως μετά τις πρώτες εθνικές εκλογές του Μάη του 2012. Δεν άλλαξαν και πολλά από τότε. Τα νούμερα μόνο. Σχεδόν διπλασιάστηκαν οι φασίστες ανάμεσά μας...

Saturday, May 17, 2014

Όσοι τρών' απ' τα σκουπίδια...



Ταρακούνησέ με πάλι Παύλο. Ξεφτίλισε το παρόν μου. Μη μ' αφήνεις να περνάω το πρωί ανέμελος μπρος απ' τους ανθρώπους που ψάχνουν στους κάδους. Ξεφτίλισέ με σου λέω. Όσα μου αξίζουν δώσ' τα μου στη μούρη. Τρίψ' τα μου στη σιγουριά μου ότι με δυο-τρία κειμενάκια και τη βοήθεια σε πέντ'-έξι ανθρώπους κάνω το χρέος μου. Βάλε μουσική στην άθλια υποκρισία μου. Κάνε με να σιχαθώ τον καθρέφτη μου για κάθε ρυτίδα που προσπάθησα να καλύψω, για κάθε άσπρη τρίχα που νόμισα με ασχήμιζε. Αλλού το δύσμορφό μου, φωταγώγησέ το μου! Φτάσαμε τη γειτονιά μας, τη χώρα μας, τον κόσμο μας εκεί που ο ανθρωπισμός αποστρέφεται την ίδια του τη ρίζα, κι όμως... Κι όμως επιμένω να δηλώνω και άνθρωπος και αριστερός και ευαίσθητος. Αηδία. Μέλος μιας κοινωνίας που καλλιεργεί συμπεριφορές που όζουν, δεν μπορώ παρά να είμαι η ίδια αυτή κοινωνία. Τραγούδα ξανά, εξαιρετικά, Παύλο την κατάντια μου. Κατέβασε τα παντζούρια μου, κλείσε με στο καβούκι μου, κάνε με να ντραπώ να βγω έξω, να ντραπώ που με βλέπουν να πηγαινοέρχομαι στις δουλίτσες μου, στις τακτοποιημένες βεβαιότητές μου.

Παύλο, έφτιαξες ένα ακόμη αριστούργημα. Θα 'θελα να στο 'χα χαλάσει. Να μη σου είχα δώσει τους λόγους. Το 'κανα όμως. Πάλι το 'κανα γαμώτο...

Wednesday, May 14, 2014

Τι άλλο έχει μείνει;



Όχι άλλο πόνο ρε γαμώτο. Όχι άλλο. Ας μείνει μια βδομάδα κενή στις δακρύχρωμες σημειώσεις του ημερολογίου. Ας μείνει ρε Θεοί μια βδομάδα χωρίς ματωμένο σελιδοδείκτη... 

Sunday, May 4, 2014

Λευκάδα: δυστυχώς άλλη μια απλή επαρχία...


Ζητάς τραγούδι. Να, αυτό. Και θα 'θελα να 'ταν αλλιώς η επαρχία μου. Θα 'θελα να μην πονάω στις επιλογές ζωής της. Θα 'θελα να πηγαίνω βράδυ στην παραλία της και να μη με γδύνουν οι αστυνομικοί της ως μέγα τρομοκράτη μήπως κι έχω πάνω μου κάτι που θα ταράξει την του μυαλού τους ευπρέπεια. Θα 'θελα να κολυμπάω στις θάλασσές της και να ξέρω ότι οι ψαράδες της δεν ρίχνουν τα δίχτυα τους απ' την άμμο στην ακτή, ότι δεν ψαρεύουν με δυναμίτη, ότι τα χωριά της δεν αδειάζουν τα λύματά τους στο απίστευτο γαλάζιο της. Θα 'θελα να κάνω βόλτα στους δρόμους της και να μην πονάω με την πολεοδομική της ασχήμια, να μην βλέπω παντού άθλιες πινακίδες, λευκές τέντες, οπαδικά συνθήματα. Θα 'θελα στους κάδους ανακύκλωσής της να μη ρίχνουν μπάζα και σκουπίδια, να κυκλοφορώ στην πόλη χωρίς διπλοπαρκαρισμένα και σταμπαρισμένα με τα "αλάρμ" της κωλοπαιδίστικης αναισθησίας αυτοκίνητα. Θα 'θελα στην επαρχία μου να υπήρχαν δανειστικές βιβλιοθήκες σε κάθε χωριό, τακτές βραδιές ποίησης στην πόλη, χώροι προβολής των τοπικών μουσικών σχημάτων. Θα 'θελα οι πολιτευτές της να περπατούσαν και να έκαναν ποδήλατο και να έψαχναν μόνοι τους για λακκούβες και καμένες λάμπες και άκοπα χόρτα. Θα 'θελα οι επαγγελματίες της να μιλάν για τουρισμό και να συναισθάνονται την ευθύνη τους απέναντι σ' αυτούς που τους διάλεξαν από όλα τα μέρη αυτού του πλανήτη, που τους επέλεξαν όχι για το κατεψυγμένο φαγητό τους, όχι για την αρπαχτή των τιμών τους αλλά για την ελπίδα αντικαθρεφτίσματος στη δουλειά τους της φυσική ομορφιάς του τόπου τους. Θα 'θελα στην επαρχία μου λίγες μέρες πριν τις εκλογές να μη συζητάν για μια ΑΧΡΗΣΤΗ υποθαλάσσια γέφυρα (να ενώσετε τι ρε αγύρτες; 30 μέτρα;;;) που η κατασκευή της θα δοθεί στο γνωστό ΛΑΜΟΓΙΟ και τα διόδιά της θα εκμεταλλευτούν όσοι εκμεταλλεύονται το γονάτισμα αυτής της χώρας δεκαετίες τώρα. Θα 'θελα με αυτά τα λεφτά να σκέφτονταν για πεζοδρόμηση, ποδηλατοδρόμηση και φωτισμό της λίμνης, για στέγαση ανθρώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα, σε παρατημένα κτίρια του δήμου, για παραδειγματική φροντίδα και προστασία των αδεσπότων της. Θα 'θελα η επαρχία μου, η Λευκάδα, να μην είναι μια απλή επαρχία. Να μιλάμε εκεί για λατρεία και τα κεράκια να αυταναφλέγονται. Τίποτα απ' αυτά όμως δε γίνεται. Και πάλι θα πάω να ψηφίσω ξέροντας ότι θα με συντροφεύει ένα τραγούδι μιας αγαπημένης ουτοπίας... Κρίμα λέω. Κρίμα.