Saturday, July 26, 2014

81 μέρες!

81 μέρες. 80 νύχτες. Το μικρούλι είναι πλέον σπίτι. Το νοσοκομείο, η εντατική, η αναμονή, οι τακτές ώρες, το ασανσέρ της διάθεσης μένουν πίσω. Περίεργη μέρα. Μπορώ να πω απ' τις πιο χαρούμενες της ζωής μου. "Και γιατί έκλαψες;", θα μου πεις. "81 μέρες, σε καλά και άσχημα, δεν το 'κανες. Γιατί σήμερα"; Δε θες απάντηση, έτσι;

81μέρες. 80 νύχτες. Εκεί. Να ξέρω, να βλέπω: δίπλα μου πονάτε περισσότερο, δίπλα μου υποφέρετε παραπάνω, δίπλα μου αγωνιάτε διπλά. Έτσι γίνεται, έτσι πρέπει να γίνεται. Κι εγώ; Εκεί. Έτσι έκανα. Έτσι ήθελα να κάνω. Στη σκέψη μου ήταν η ανάγκη του βλέμματος. Να το εξηγήσω καλύτερα; Δεν ξέρω αν μπορώ. Ας πούμε στο άνοιγμα της πόρτας ήθελα να υπάρχει ένα βλέμμα ως ανάγκη μοιράσματος. Πόνου ή χαράς.

81 μέρες. 80 νύχτες. Κι η μικρή φατσούλα μόνο από φωτογραφίες. Ήταν εκεί όμως. Λίγα μέτρα πιο μέσα. Την ένιωθα. Ήξερα ήταν εκεί. Μιλούσα γι' αυτήν με άγνωστα πρόσωπα, με ανθρώπους που δεν πρόσεχα καν τα περιγράμματά τους και το 'κανα σαν και να την ήξερα χρόνια, σαν και να ήταν η συνέχεια κάποιων αφηγήσεών μου. Των πιο όμορφων εννοώ. Δεν ξέρω τι πιστεύεις για την τηλεπάθεια, την από απόσταση επικοινωνία ρε παιδί μου, αλλά μου ήταν τόσο έντονο κάτι φορές, κάτι βράδια κυρίως, ότι αυτά που της έλεγα τα άκουγε, ότι αυτά που σκεφτόμουν, ως απάντηση τα φώτιζε, τα διόρθωνε, τα ομόρφαινε.

81 μέρες. 80 νύχτες. "Σήμερα αρχίζει η καινούρια μας ζωή με την μπεμπούλα μας", λες. Έτσι είναι. Κάποιοι ζούμε μία, δύο, τρεις ζωές... Εσείς ζήσατε 81 και τώρα πάτε παρακάτω. Κάντε το όμορφα.

Tuesday, July 15, 2014

Η αξία ορισμένων λέξεων. Ή κάτι τέτοιο...

"Στη σχολή δημοσιογραφίας λένε ότι τα κείμενα με παιδιά, σκυλιά και πηγάδια πουλάνε. Όχι από μόνα τους. Σε συνδυασμό". Δηλαδή, τι εννοείς; Πρώτα, τι εννοείς με τον συνδυασμό; Ένα κείμενο για ένα σκυλί που έφαγε ένα πηγάδι θα μαζέψει κόσμο; Ένα άλλο με ένα παιδί, που νόμιζε ότι είναι σκύλος, θα φτιάξει ουρές κάτω απ' το ποστ μου; Ή μήπως ο συνδυασμός πρέπει να είναι και των τριών; Ας πούμε, ένα παιδί κι ένα πηγάδι αγαπήθηκαν στο αρχικό τους πι, πήραν κουμπάρο ένα ρο (έναν κουβά γεμάτον με νεΡΟ, ίσως) κι έκαναν γάμο με παπά το σκύλο. Αυτό; Αυτό λες θα πουλήσει; Να συνεχίσω τις ερωτήσεις; Σε ποιον; Σε ποιον θα εξαντλήσει τις ικανότητές του για παζάρι, για πάρε-δώσε αγοραίο, πώς θα κρατήσει την τιμή του, την αξία του βασικά ώστε να συνδιαλλαγεί με όρους που αυτό θα θέτει; Μπορεί ένα τέτοιο κείμενο να το κάνει; Αυτό λες; Για αυτό μου μιλάς; Ότι ετούτες οι τρεις λέξεις μπορούν να οπλίσουν την άμυνα μιας πρότασης, μιας φράσης, ενός βιβλίου ολόκληρου; Ότι μπορούν να τη στολίσουν σαν σε γιορτή και να ανοίξουν τις πύλες της να υποδεχτεί χιλιάδες εκδρομείς και τουρίστες και θεατές των θεαμάτων της; Μα τι λέξεις είναι αυτές κι εμένα γιατί μου ξέφευγε τόσα χρόνια η μαγεία της πλάτης τους, η κρυμμένη ελκυστικότητά τους; Πάντα ανφάς τις κοιτούσα;

Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως... Ίσως απ' την άλλη όμως, να είναι που είχα εστιάσει σε άλλες λέξεις. Που πόνταρα το πορτοφόλι μου σε προϊόντα όπως η θάλασσα, το αλάτι, το κόκκινο χρώμα και η βροχή... Ναι, και η βροχή. Γιατί; Δε σου φαίνεται και τόσο εμπορική; Ή δε διαφωνείς σε αυτό; Τι λες; Δε σ' ακούω! Μίλα πιο δυνατά!

-Κάπου εκεί στη βροχή είμαι, να ξέρεις...