Sunday, August 31, 2014

Εξομολόγηση ή ένα τελευταίο κείμενο για το καλοκαίρι

Να ξεκινήσω με παραδοχή: δεν αγαπώ τα καλοκαίρια. Είμαι άνθρωπος του χειμώνα. Εκεί οι καλύτερες λέξεις μου, εκεί τα καλύτερα φιλιά μου, εκεί οι καλύτεροι δρόμοι μου. Ζω για τη βροχή και ζω απ' τη βροχή, χάνομαι στις ομίχλες, ζητάω το κρύο για να βρω τρόπους για τη ζέστη μου.

Να συνεχίσω όμως με διαπίστωση: απόψε είναι η τελευταία νύχτα που μπορώ να γράψω κι ο μήνας να είναι ακόμη Αύγουστος. Είναι το τελευταίο ξημέρωμα που θα 'ρθει και θα ακούσει το ευχαριστώ μου για κείμενα όμορφα που μου 'δωσε, για αισθήματα-σφαγές, για μέρες-λάμες και νύχτες-πληγές. Τα εύκολα και τα δύσκολα, τα καλά του και τα κακόμορφά του όλα, θεός-πλάστης με έπιασαν χωμάτινο στα χέρια τους και με σχημάτισαν Αδάμ που θα τρώει πάντα το μήλο, εν γνώσει του όμως, ξέροντας με λεπτομέρεια τις συνέπειες.

Αύριο τέτοια ώρα θα είναι Σεπτέμβρης κι ήδη θα πατάω σε μέρη γνώριμα, θα σκέφτομαι δερμάτινα μπουφάν και βόλτες τη νύχτα στους δρόμους. Θα σκέφτομαι κίτρινα, μέσα απ' τα ποτήρια της μπύρας, κορίτσια και γκρίζες, μέσα απ' τη διάθλαση των σταγόνων, θάλασσες. Θα ψιθυρίζω τραγούδια που κερνάν κονιάκ και θα φωνάζω ξόρκια που καλμάρουν τις μάγισσες του ψύχους. Τώρα όμως, ακόμη, ακροπατάω εδώ που πάντα νιώθω να φιλοξενούμαι, όχι να κατοικώ. Και τώρα είναι που θα έπρεπε να φοβάμαι μια τελευταία πτώση, να αγχώνομαι για μια στερνή ήττα. Κι όμως, δεν είναι έτσι.

Είναι που φέτος το καλοκαίρι είχε και δώρα. Σμύρνα και λιβάνι σε κάτι νύχτες μου που αν ήταν να τις αλλάξω με κάτι άλλο, αυτό πάλι τις ίδιες θα περιείχε. Φωτογραφίες που έπαιξαν με τη φαντασία μου, που έστησαν την αρτιότητά τους απέναντι στο άπειρό της κι εν τέλει μαζί, σαν παιδιά και σαν εραστές, κυλίστηκαν στις λάσπες και στο κύμα. Μαλλιά που προκάλεσαν τον ήλιο να τα κάψει, να τα στεγνώσει, να τα τσακίσει κι αυτός δε θέλησε άλλο, μόνο τα φώτισε. Εικόνες γενικά. Είχαν πολλές εικόνες οι φετινές ζεστές μέρες. Από αυτές που με ζουν. Γιατί, καλώς ή κακώς, μέσα από τέτοιες έχω διαλέξει να εκφράζομαι, να στήνω τη ζωή μου, να την μοιράζομαι. Όχι ζωγραφίζοντας λέξεις αλλά γράφοντας εικόνες.

Tuesday, August 26, 2014

Αηδία, ναζί κι ομοφοβία

«Τι είναι straight; Μια γραμμή μπορεί να είναι straight (ευθεία) ή ένας δρόμος αλλά η ανθρώπινη καρδιά; Ω, όχι! Αυτή έχει καμπύλες, στρίβει όπως ένας δρόμος που περνάει ανάμεσα στα βουνά»! (Τέννεσσι Ουίλιαμς)

Το σεξ δεν είναι ένα κεφάλαιο της ζωής μας. Είναι η αρχή και το τέλος της, οι πιο σημαντικές προτάσεις της, είναι ο λόγος που αυτό το κείμενο βρίσκει εκδότες, έχει φανατικούς αναγνώστες, συλλέγεται στις καλύτερες βιβλιοθήκες του σύμπαντος. Το σεξ είναι ένα υγρό μέσα σε μια κλειστή αμπούλα ευτυχίας. Τη σπας και γεμίζει ο τόπος ηδονή και οργασμικούς σπασμούς και πολύχρωμα χαμόγελα. Πώς να το περιορίσεις; Πώς να το στιγματίσεις; Πώς να το απαγορεύσεις; Από ποια σκοτεινή σκέψη ελάχιστων ανθρώπων ξεπήδησε η σεξουαλική καταπίεση; Ποια στιγμή άθλια μέγιστου υπανθρωπισμού έβαλε αλυσίδες στην ελεύθερη έκφραση των σεξουαλικών πιστεύω μας;

Τα ντουβάρια με τα μαύρα δεν βρίσκουν πια λέξεις να τα χωρέσουν. Ακόμη και η νομική επιβολή υπεράσπισής τους οφείλει να αρνείται το επαγγελματικό της καθήκον μπρος σε εκείνο της συνείδησής της. Ποιες λέξεις μείναν για να βρουν την ελάχιστη δικαιολογία στο αναίτιο μίσος; Μισούμε γιατί; Μισούμε ποιους; Έλουσαν με χλωρίνη κάποιους που έκαναν τι; Έδειραν, έσπασαν τον αστράγαλο ενός αγοριού που έπινε μπύρα σε ένα παγκάκι με ένα άλλο αγόρι για ποιο λόγο; Δεν είμαι αφελής που ρωτάω. Ούτε ηλίθιος να περιμένω απαντήσεις. Τα λέω δυνατά, μόνος μου και απλά τα μεταφέρω και στην κόλλα μου. Έχω ανάγκη να ακούω το παράλογο του 2014. Έχω ανάγκη να θυμάμαι μετά από χρόνια αυτή τη φωνή, τη δικιά μου φωνή που απορεί για την Ελλάδα που φτιάχνουμε. Κάθε μέρα και χειρότερα. Κάθε μέρα και πιο κάτω. Για τον σκατόκοσμο που πασχίζουμε να παραδώσουμε και παραπέρα. Τόση τέχνη, τόσα βιβλία, τόσοι Σβάιτσερ, τόσοι Φραγκίσκοι της Ασίζης, τόσοι Χατζιδάκιδες, τόσες Βιρτζίνιες Γουλφ και τίποτα δεν έχουμε καταφέρει. Όλα χαμένα. Φουσκωμένα σβαστικοφόρα τέρατα τα ποδοπατάν κάτω απ' τις μπότες τους κι ως κοινωνία σιωπούμε. Μουγγοί καταλήγουμε εμείς οι φωνακλάδες της εξέδρας και του σαλονιού μας.

Αηδιάζω. Αλήθεια αηδιάζω. Πρώτα αυτό και μετά ντρέπομαι.


Υγ. Μέρος του κειμένου είχε ξαναδημοσιευτεί στο Fridge.gr σε παλιότερες σκέψεις μου για την ομοφοβία. (εδώ)

Monday, August 25, 2014

Πρόσεξε τη στίξη!

Η στίξη θα διαλέξει. Μια τελεία θα αποφασίσει. Ένα κόμμα θα ορίσει. Μη γελάς. Βράδια που υποφέρω εννοώ τις λέξεις μου. Η θέση έχει σημασία. Όχι μόνο η δικιά μου και η δικιά σου στο χώρο αλλά και του τελευταίου σημείου αυτού. Αν το δεις από ψηλά και σε βάθος χρόνου, η θέση αυτών των  σημείων εξαρτά εν τέλει και τη δικιά μας θέση. Γι' αυτό σου λέω: απόψε μη γελάς. Spooning το σώμα σου με τη θλίψη μου. Spooning το σώμα σου με το σώμα μου. Χαλάρωσε και κοίτα τι μπορεί να κάνει ένα σημείο στίξης.

"Θα πεθάνω μακριά σου". Δεν αντέχω. Αρκετά. Αρκετά το όχι εδώ. Αρκετά το εδώ μόνος. Αρκετά αυτός ο Αύγουστος, αυτό το καλοκαίρι, αυτός ο χρόνος. Μικρός, λίγος, με παρορμητισμό δεκαπεντάχρονου, πες ό,τι θες. Πιο ώριμη εσύ, δίκιο θα 'χεις. Η αλήθεια μου όμως είναι αυτή: θα πεθάνω μακριά σου. Χαζεύω εικόνες σου, ακούω μουσικές σου, ψάχνω τη φωνή σου, παίρνω βιταμίνες να βοηθήσω τη μνήμη μου να επαναφέρει μυρωδιές. Δε γίνεται τίποτα. Καμιά προσομοίωση δε με βοηθάει, με κανένα ξόανο δε θα προσεγγίσω το θεό μου. Θεά μου. Ας γίνει κάτι. Ας γίνει κάτι. Στο λέω: θα πεθάνω μακριά σου.

"Θα πεθάνω. Μακριά σου". Είναι η απόσταση. Κι είναι ο καιρός, ο χρόνος. Κι είναι που μεγαλώνουμε και θα μεγαλώνουμε και θα μεγαλώνουμε. Και θα μένει η απόσταση και θα κυλάει ο χρόνος και θα 'μαστε μακριά. Βράδια απογοήτευσης τέτοια σκέφτομαι. Πουθενά φως. Καμιά λύση, κανενός, κανένα βήμα προς την κοινή πλευρά. Βράδια θλίψης τέτοια με τρων. Δέκα χιλιόμετρα, πεντακόσια χιλιόμετρα, δυο άστρα μακριά, τόσο είναι, τόσο θα μένει. Κι οι Αύγουστοι θα γίνονται Νοέμβρηδες, και τα Φθινόπωρα Άνοιξες κι εμείς όχι εμείς. Εμείς εγώ κι εσύ. Εδώ κι εκεί. Και το σκέφτομαι. Έντονα. Μια μέρα θα πεθάνω. Μακριά σου.

Saturday, August 23, 2014

Για άλλα θα 'λεγα!


Θα 'θελα να γράψω για το μπλε, το γαλάζιο, το πράσινο, το γκρι, το σταχτύ∙ της θάλασσας βέβαια. Θα 'θελα να πω για τους ήχους της, τη βοή της στις σπηλιές των βράχων, το μούγκρισμά της στη φουρτούνα και το "δεν έχω αντίσταση"- μαύλισμα στην ησυχία της. Θα 'θελα να γράψω για το αφραντάριασμά της, τα λευκά ξύσματα στο χαρτί της, τις άσπρες ζάρες στο βιαστικά στρωμένο σεντόνι της. Θα 'θελα να πω για κύματα, για αλμύρα, για οξυγόνο που χαρίζει στον πλανήτη, για ψάρια, για αρχή της ζωής και κοινή καταγωγή, για γλάρους και πρόστυχα φλερτ της με το μαΐστρο. Καιρός που είναι, καλοκαίρι που έρχεται, στον τόπο που ζούμε, κρίμα είναι να σπαταλάμε τις λέξεις μας μακριά απ' τα θήτα και τα λάμδα της.

Θα 'θελα να ψάξω σκιές και δροσιά κάτω από δέντρα. Ελιές να ζωγραφίσω στα περιθώρια του κειμένου μου και μυρωδιά από πεύκο στον καύσωνα. Ξέρεις; Λένε η όσφρηση είναι η αγαπημένη κόρη της μνήμης. Κι οι δικές μου θύμησες είναι γεμάτες πευκοδάσος και τσακισμένες βελόνες κάτω από μαύρα σταράκια. Θα 'θελα να αφηγηθώ βόλτες σε αγροτικούς δρόμους και το σούρουπο συναυλίες γρύλλων σε χορταριασμένα χωράφια. Να πω για τη θέα απ' το βουνό και ηλιοβασιλέματα που τα κάνουν όλα κόκκινα, που ματώνουν αναίμακτα φτιάχνοντας πραγματικότητες μεν, λεκτικά και λογικά παράδοξα δε. Του Ιουνίου τα κείμενα ζητάν επιτακτικά διάθεση καλοκαιριού και χαλάρωμα στη σκέψη και τις ιδέες. Έλα μου όμως που ζούμε σε μέρες άσχημες, σε μέρες που χωλαίνουν την κανονικότητα του χρόνου! Έλα μου που δε γίνεται να γράψω γι' αυτά!

Η Χρυσή Αυγή μεγαλώνει τα ποσοστά της. Μέρα τη μέρα και κάποιος από εμάς, απ' τους δίπλα μας, από αυτούς που έχουμε μιλήσει, έχουμε συναντήσει κάπου, γίνεται ψηφοφόρος της. Και δεν το κάνει από αντίδραση. Όχι καλοί μου. Όχι πλέον. Τώρα δεν υπάρχουν οι παραπλανημένοι. Τώρα όλοι γνωρίζουμε. Μια ακροδεξιά ναζιστική ομάδα τύπων που έχουν ως βάση της ιδεολογίας τους το καθολικό μίσος δυναμώνει στην κοινωνία μας, στη χώρα μας, στο νησί μας, στο χωριό μας. Μια δράκα αφασικών επικίνδυνων κουναβιών χαράζει πρόσωπα, τρομοκρατεί, χτυπάει με καδρόνια, μαχαιρώνει, σκοτώνει. Δεν είναι ιδεολογική πια η διαφορά μας μαζί τους, έχουμε ξεφύγει από εκεί. Πλέον μιλάμε με όρους ζωής και μιλάν με πράξεις θανάτου. Κι αυτό το 10% σήμερα, το 15% αύριο τους δίνει άλλη δυναμική. Είναι εύκολα κατανοητό, το βλέπουμε, το νιώθουμε, μας πονάει. Δε φτάνει να παλεύουν δέκα για το φως, αρκεί ένας να θέλει σκοτάδι για να χαλάσει όλη την εικόνα.


Και; Τι κάνουμε; Αφού από επιλογή κι όχι από άγνοια ή από διαμαρτυρία είναι εκεί, τι κάνουμε; Πώς αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στην ιστορία του τις ορδές αυτών που προσπαθούν να αποδομήσουν όρους όπως "πολιτισμός", "αλληλεγγύη", "παιδείας κτήσεις"; Πώς φέρεσαι σε εκείνους που ξεθάβουν νεαντερντάλια ένστικτα γλείφοντας το αίμα απ' τα πρωτόγονα τσεκούρια τους; Σίγουρα όχι μιλώντας μαζί τους. Δεν διαλέγεσαι με τη βλακεία γιατί έτσι γίνεσαι κι εσύ βλάκας. Σίγουρα όχι πολεμώντας μαζί τους. Δεν τους πηγαίνεις σε μάχη που δίνει πάτημα στις δικές τους άλογες πρακτικές. Όχι. Σίγουρα όχι. Αν θες νίκη σε τέτοιους αγώνες ψάχνεις σε άλλα οπλοστάσια. Τραβάς βέλη από διαφορετικές, ξέχωρες φαρέτρες. Αγαπάς. Πρώτα αυτό. Αγαπάς τον καθέναν γύρω σου και δίπλα σου. Δεν υπάρχει χρώμα, φυλή, άλλη θρησκεία, άλλες παραδόσεις, άλλα γεωγραφικά στίγματα. Υπάρχει ο άνθρωπος και σ' αυτόν εστιάζεις. Φτιάχνεις συλλογικότητες, συζητάς, βοηθάς, χωρίς ιδιοτέλεια βοηθάς. Μιλάς στα παιδιά. Από πολύ μικρά. Τα ενημερώνεις, να ξέρουν. Τους δίνεις την παιδεία, βγαίνουν στο δάσος, να μπορούν να αναγνωρίσουν το κτήνος. Και διαβάζεις. Κατεβάζεις απ' τα ράφια αφημένα χρόνια βιβλία και τα πιάνεις απ' την αρχή.  Ο φασισμός αλλά και όλα τα άσχημα του ανθρώπου χωρίς το εύ-μορφο των λέξεων δε νικώνται!