Sunday, March 22, 2015

Η κλέφτρα των βιβλίων κι ο Θάνατος αφηγητής

Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων
Τον Βαγγέλη τον γνώρισα στην Κρήτη, πριν φύγει να σπουδάσει. Για άλλον είχα πάει στο χωριό του, τον είδα φευγαλέα. Περπατούσε μόνος του, θυμωμένος, έσφιγγε τις γροθιές, δάγκωνε τα χείλη του. Σήκωσε τα μάτια κι είχαν και τις εφτά θάλασσες μέσα έτοιμες να πνίξουν την Παγγαία. Με είδε. Δεν το πίστεψε αλλά με είδε. Ξέρω ποιοι το κατορθώνουν και ξέρω ότι από εκείνη τη στιγμή η κλεψύδρα τους γυρίζει κι η άμμος αφήνεται στη βαρύτητα. Νόμιζα θα ξανασυναντιόμασταν σύντομα στο χωριό του. Τελικά οι γριές για αλλού είχαν υφάνει το ραντεβού μας.
Πέρυσι πήγε στα Γιάννενα. Φαντάζομαι η πρώτη του σκέψη ήταν ντυμένη σαν παιδιού με καρδιά ακορντεόν. Γεμάτη αισιοδοξία, μουσική, χαρά που θα 'μενε μόνος, που θα γνώριζε καινούριους ανθρώπους, που θα 'κανε φίλους απ' την αρχή, απ' το μηδέν. Οι γριές πάλι γέλασαν, παρ' όλ' αυτά μου είπαν να μη βιάζομαι. Η ψυχή του Βαγγέλη δε θα ερχόταν στα χέρια μου απαλά σαν πάτημα βαμβακερής γάτας στο χιόνι. Θα 'ρχόταν με κρότο, ματωμένη, ντυμένη κεραυνούς.
Βασανίστηκε. Έκλαψε ξανά και ξανά. Προσπάθησε να αντισταθεί -μη λέτε κάτι άλλο- αλλά όταν είσαι μόνος σου η αντίσταση, όπως καθετί στη ζωή έχει όρια. Όπως εν τέλει κι η ίδια η ζωή. Το όριό της είμαι εγώ. Υπάρχει ένα σημείο στον χωροχρόνο που η σκυτάλη είναι μισή στη δική σας πλευρά, μισή στη δική μου. Ο Βαγγέλης πήρε αυτή τη σκυτάλη μόνος και κίνησε να μου τη φέρει.

Δεν ήμουν εκεί εκείνο το απόγευμα. Δεν έχω εικόνα τι έγινε πάλι, τι ήταν αυτό που ξεχείλισε το νερό στο ποτήρι του, που τέλειωσε το λάδι του. Ειδοποιήθηκα τελευταία στιγμή. Να τρέξω, να πάω προς τους βάλτους, είχε ήδη τείνει τη σκυτάλη, με είχε κιόλας φωνάξει. Μόλις με είδε ίσα που μου ψιθύρισε δυο λόγια κι έσβησε: "Ο άνθρωπος", μου είπε, "αξίζει όσο και ο λόγος του. Προσπάθησαν να με πείσουν ότι ο λόγος μου έπρεπε να είναι κρητικός. Ως το τέλος, και δεν έκανα πίσω ποτέ σ' αυτό, τους έλεγα ότι ο λόγος μου είναι ανθρώπινος." [............]


Διαβάστε όλο το κείμενο ΕΔΩ!!!

Wednesday, March 11, 2015

Μαζί, να η λέξη!


Να πούμε για το "μαζί"; Ας πούμε. 

Λοιπόν, μαζί είναι η ανάγκη των δύο να λογιστούν ως μονάδα. Είναι το κοινό ως βόλτα, ως παρέα, ως συμβίωση, ως προσευχή. Είναι η προσπάθεια των κομμένων λουλουδιών να μαζευτούν σε ένα μπουκέτο. Μαζί είναι καθετί του οποίου έχουμε ίδιες μνήμες, εξαιτίας του ίδιες πληγές, ίδιους ιδρώτες, ίδιες ευτυχίες. Είναι το καθεμέρα σχεδιασμένο με μολύβι που κρατάνε πέντε, δέκα, χίλιοι... Δεν διακρίνει τον πληθυντικό. Δε διαχωρίζει το εμείς, απ' το εσείς και τους αυτούς. Σκοτώνει τον ενικό. Μαζί είναι ένα βρεγμένο σημειωματάριο. Στο στέγνωμά του όλες οι σελίδες γίνονται μία, ένα σώμα. Κρατάει πλέον τα μυστικά του σε ένα χάρτινο αδιάρρηκτο κορμί. Δεν είναι εύκολο το μαζί. Πρέπει να μεταφέρεις εσύ τα μαξιλάρια γύρω απ' τη φωτιά και να μαζέψεις κόσμο να καθίσει σ' αυτά. Δε θα τους βρεις όλους εκεί να περιμένουν. Θέλει κόπο να πείσεις τον άλλον για την ανάγκη εγκατάλειψης του κατά μόνας, να του εξηγήσεις γιατί επιβάλλεται το υπέρ όλων. Θέλει να βρεις τα σωστά πλήκτρα να πατήσεις πάνω, τις σωστές χορδές για να ερεθίσεις τα γενετήσια ένστικτα της ανθρώπινης κοινωνικότητας. Ο πολιτισμός μας φτιάχτηκε στις πόλεις, στις ίδιες τις πόλεις όμως είναι που απειλείται με εξαφάνιση. Δεν αρκεί οπότε ο κοινός χώρος για το μαζί. Απαιτείται πρώτα η συμφωνία για έναν μέσα μας κοινό χώρο. Να διορθώσω: μέσα μας κοινό όμορφο χώρο.

Γράφει ο Στήβεν Κινγκ στο Κοράκι: "Ήξερε ότι οι άνθρωποι πάντα συναθροίζονται μετά από λίγο. Η κατάρα κι η ευλογία του ανθρώπινου γένους ήταν η συντροφικότητα". Σε έναν μετακατακλυσμιαίο κόσμο, σε ένα μέλλον που τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο, οι άνθρωποι είναι μακριά μεταξύ τους σε απόσταση, σε χιλιόμετρα αλλά μακριά και στην ψυχή τους. Καχύποπτοι μεν αλλά κι από ένα όνειρο που τους σπρώχνει να βρουν οι "καλοί" τους καλούς και οι "κακοί" τους κακούς αρχίζουν ξανά και μαζεύονται. Το συναθροίζειν σε προβολή νίκης αλλά και οι σκέψεις καταστροφής των απέναντι σε αντίστοιχη προβολή αμφισβήτησης αυτής της νίκης.

Κοιτάξτε τον κόσμο μας. Τον δικό μας προκατακλυσμιαίο κόσμο. Πόσο διαφέρει; Μαζευτήκαμε πριν πολλά χρόνια. Μιλήσαμε, φτιάξαμε ομορφιές αλλά κι ασχήμιες, αγαπηθήκαμε αλλά και μισηθήκαμε. Κοιτάξτε μας! Ποιος νικάει πια;


*Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ!! 

Sunday, March 1, 2015

Του Μάρτη οι νότες

Είναι αυτή η παρεξήγηση που νομίζαμε ότι ο Μάρτης γουστάρει μουσικές. Είναι και που την έλυσε ο ίδιος με τη βροχή...


Υγ. Μήπως όμως, πάλι τον παρεξηγούμε; Μήπως κι απλά η βροχή του είναι η συμβολή του στη μουσική μας;