Monday, September 29, 2014

Γυάρος 2014. Κατέβα!

-Άντε, κατέβα.

-Πού μωρέ; Ποιος άκουσε ποιου την προτροπή να κατέβει στον Άδη και κατέβηκε; Γιατί εγώ να κάνω την αρχή; Δε βλέπεις το σκοτάδι; Δε βλέπεις που ακόμη και το φως δειλιάζει κι αφήνει στην πόρτα τα κουράγια του; Ποιο πόδι να διατάξω να μπει πρώτο σε αυτόν τον τάφο; Τι θηρία παραφυλάν εκεί μέσα; Ετούτους τους διαόλους εδώ πάνω μπορώ να τους κουμαντάρω. Η αντοχή μου είναι η ήττα τους, η λάμψη στα μάτια μου είναι τα δικά τους βασανιστήρια. Εκεί κάτω όμως... Εκεί κάτω έχω να τα βάλω με το σκοτάδι και τους δαίμονες του μυαλού μου. Εκεί είναι η τρέλα το τρέμουλό μου, τα ουρλιαχτά της το αιμάτωμα στο κεφάλι μου. Δε θέλω να κατέβω, αλήθεια. Στο λέω εσένα, μόνο σε εσένα. Οι ιδέες μου με οπλίζουν για όλες τις μάχες, για όλους τους πόνους, για κάθε ζωντανό, απτό εχθρό. Τα μέσα μου όμως... τα μέσα μου τα αντιμετωπίζω γυμνός. Και φοβάμαι...

-Άντε ρε σύντροφε, κατέβα. Κάνε μια δύναμη ακόμη. 

Saturday, September 27, 2014

Γυάρος 2014. Τοίχοι και φως.

Όχι, ετούτο το φως δεν ήταν της ελπίδας. Όχι, εκεί δεν ήταν ο παράδεισος. Το πέρασμα απ’ την υγρασία και το σκοτάδι, στον ήλιο και τη ζέστη δεν ήταν το βήμα στο καλύτερο. Καμιά θρησκεία, καμιά fiction θεωρία δεν είχε στήσει τραπεζάκι να προϋπαντήσει τους νιόφερτους στη μέρα. Φέρτε μου όσους σε όλη την ιστορία ταύτισαν το φως με τη ζωή να τους στήσω στο απόσπασμα ετούτων των αχτίδων. Να τους δώσω εικόνες πόνου. Πόνου που έφερναν τον ορισμό της λέξης στα όριά της.

Όχι, κι ετούτοι οι τοίχοι δεν ήταν για στήριγμα. Δεν ακουμπούσαν κάποιοι τα κουρασμένα κορμιά τους να ξαποστάσουν. Φυλακή ήταν. Τα όρια ενός διαδρόμου που οδηγούσε στα έξω βασανιστήρια. Στο κάψιμο του ήλιου, στο αλάτι της θάλασσας, στις πέτρες, στις πέτρες και ξανά στις πέτρες… Όχι, δεν έχουν τόσο τη σκληράδα του υλικού τους όσο τη σκληράδα της ψυχής των ανθρωποφυλάκων που πλάι τους περπατούσαν. Δεν έχουν τόσο τη θερμοκρασία του χώρου όσο την παγωνιά της ματιάς εκείνων που συνειδητά μισούσαν μέχρι θανάτου ανθρώπους.

Όχι, δεν μπορώ να βλέπω ανέμελος τέτοιες φωτογραφίες. 

Tuesday, September 23, 2014

Βρεγμένες σημειώσεις στο περιθώριο μιας συναυλίας.

"Ψάχνω για μια διέξοδο, γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή.... Κι ετούτη όμως, ρε κοπέλια, καλή είναι!"

Καλή είναι Γιάννη. Καλή είναι όταν δυο ώρες πριν κάποιος σου βρίσκει μια πρόσκληση για μια συναυλία sold out που μπορεί και μετά χρόνια να τη λες συναυλία της ζωή σου. Σε έναν χώρο ασφυκτικά γεμάτο, να μη σε πνίγει το πλήθος, ο όγκος, ο παλμός του. Με το που μπαίνεις να νιώθεις ένα μαζί του. Η μονάδα στο σύνολο και το σύνολο βαφτισμένο στον έναν, στον κάθε έναν. Κοινή η προσδοκία εξάλλου: μια γρέζα νότα να βγει απ' το λαιμό, μια και να στοχεύσει ουρανό. Όπως απ' το λαούτο σου.

Καλή είναι Γιάννη. Καλή είναι όταν μισή ώρα αφού ξεκίνησες έπιασε η βροχή. Η ερώτησή σου ρητορική αλλά η απάντηση αυθόρμητη και με μια κατάφαση που ξεκινούσε απ' το Θέατρο Δάσους κι έφτανε στο τελευταίο δέντρο, στο τελευταίο φαράγγι της Κρήτης: "τι κάνουμε; μένουμε;"... Ναι!

Κι έβρεξε. Και μουσκέψαμε. Τα μαλλιά, η πλάτη, τα ρούχα μας, τα καθίσματά μας, τα όργανά σας, η σκηνή. Κι είπες το Σκουλαρίκι κι όλοι μαζί στήσαμε μια μικρή έκσταση. Εσείς, εμείς, 20 Νηριήδες κι άλλοι σαράντα Θεοί των Νερών που είχαν μαζευτεί από όλες τις θρησκείες. Κατάνυξη; Όχι μόνο. Δεν ήταν απλά αυτό το σιωπηλό, ντροπαλό αίσθημα του "μη με αγγίξεις όμορφα". Ήταν ταυτόχρονα και το άλλο του "άγγιξέ με πρόστυχα". Κι εκεί, τότε, σου έσπασε η πρώτη χορδή. "Για το καλό", είπες. Το καλό του να ζούμε απόψε ετούτη τη βροχή μαζί, εννοούσες.

Καλή είναι Γιάννη. Το κορίτσι πίσω μου, στα τρία μέτρα με τη μακριά φούστα, δε σταμάτησε να χορεύει όλο το βράδυ. Με χαμόγελο δέκα μισά φεγγάρια έπειθε για το "θα το θυμάμαι". Ο κύριος στην άκρη στα κάγκελα ήταν μια διαρκής καύτρα. Δεν είδα ποτέ πρόσωπο, δεν είδα ποτέ όμως και να σβήσει η, κοντά στα χείλη του, φωτιά. Να άλλη μια βεβαίωση θέρμης. Να άλλη μια υπογραφή στη συλλογή ευφορίας. Κι εγώ... κι εγώ χαρούμενος, ανάμεσα σ' αλκοόλ και σπαγγάτα με τους στίχους των τραγουδιών σου. Κλείνω με βουλοκέρι το φάκελο της αποψινής ομορφιάς.

Μ' άρεσε αυτή η συναυλία. Πολύ. Όπως μ' αρέσει η ζωή που βγαίνει μέσα από βράδια μουσικής και βροχής.

Friday, September 19, 2014

Όλα τα ονόματα...

Δημήτρης, Γιάννης, Μαρία, Κωνσταντίνα, Σωτήρης, Ηλέκτρα, Ιωάννα, Σπύρος, Παύλος, Ραφίκ, Ντάνιελ, Αλί, Τζούλιαν, Σαχτζάτ, Φερνάντο, Μαχμούτ, Γκαμάλ, Αντώνης, Ελευθερία, Σταύρος, Αλέξης, Κεμάλ, Αμπάς, Αμπντούλ, Χακίμ...

"Todos os nomes" -ή στη μετάφρασή του "όλα τα ονόματα"- είναι τίτλος βιβλίου του Σαραμάγκου. Αν αυτόν τον τίτλο τον είχαμε στις ειδήσεις μας, στα νέα μας, στις κουβέντες μας, στο καθεμέρα μας τότε ίσως και να ήμασταν καλύτεροι άνθρωποι, ίσως και να ζούσαμε σε έναν καλύτερο κόσμο. Αν το αόρατο το ονομάζαμε, αν το γενικό, το συγκεχυμένο το κάναμε ειδικό, ξεκάθαρο, αν τους πολλούς τους ξεχωρίζαμε έναν-έναν τότε ίσως όλα να ήταν αλλιώς. Αν ο νεκρός μετανάστης απ' τους Χρυσαυγίτες ήταν ο Σαχτζάτ Λουκμάν, τότε ίσως ο Παύλος Φύσσας να τραγουδούσε ακόμη. Αν οι πνιγμένοι στο Φαρμακονήσι είχαν όνομα και οικογένεια, τότε ίσως οι 500 πνιγμένοι στη Λιβύη να ήταν σε κάποιο κέντρο φιλοξενείας κάποιας ευρωπαϊκής χώρας. Αν στο μαγαζί μου δεν έρχονταν τρεις μαύροι αλλά ο Ντάνιελ, ο Ζοζέ κι ο Χακίμ, αν το γκολ δεν το έβαζε ο αραπάς αλλά ο Μαζουακού, αν το βραχιόλι στο Μοναστηράκι δε μου το έφτιαχνε ο Αφρικανός αλλά ο Γκαμάλ τότε μπορεί και οι -τουλάχιστον- είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες που πνίγηκαν απ' το 1999 ως σήμερα στη Μεσόγειο προσπαθώντας να μπουν σε μια Ευρώπη φρούριο, να γελούσαν σε κάποια πλατεία, να σπούδαζαν σε κάποιο πανεπιστήμιο, να δούλευαν σε κάποιο χωράφι.

Τα ονόματα δεν υπάρχουν για άλλο λόγο παρά για να μας θυμίζουν ένα πρόσωπο. Είναι το κοινωνικό συμβόλαιο που συγκεκριμενοποιεί τη  μνήμη. Είναι ο μόνος τρόπος κάποιος να πλάσει πραγματικούς, σάρκινους ανθρώπους απ' τη μάζα. Ας το απαιτήσουμε λοιπόν. Πρώτα απ' τους εαυτούς μας. Να ξέρουμε τα ονόματα, να μαθαίνουμε, να μη μιλάμε για άλλον έναν αλλά για κάποιον συγκεκριμένον ένα. Αν όντως αυτό που γίνεται γύρω μας σε μια φασίζουσα ήπειρο μας ενοχλεί, τότε είναι μονόδρομος. Όλα τα ονόματα! Todos os nomes! Δημήτρης, Γιάννης, Μαρία, Κωνσταντίνα, Σωτήρης, Ηλέκτρα, Ιωάννα, Σπύρος, Παύλος, Ραφίκ, Ντάνιελ, Αλί, Τζούλιαν, Σαχτζάτ, Φερνάντο, Μαχμούτ, Γκαμάλ, Αντώνης, Ελευθερία, Σταύρος, Αλέξης, Κεμάλ, Αμπάς, Αμπντούλ, Χακίμ...

Wednesday, September 17, 2014

Πάλι καλά...

Πάλι καλά δε γράφω σε χαρτί. Πάλι καλά δε σβήνω, δε μουτζουρώνω, δε σχίζω φύλλα προσπαθώντας να σου πω απλές λέξεις. Πάλι καλά την αδυναμία του "στα ίσα" λόγου μου δεν την πληρώνουν δάση στον αρκτικό κύκλο, στον Αμαζόνιο και στην Ινδονησία. Συνήθως δεν έχω από πού να αρχίσω, δεν έχω θέμα και δεν ξέρω πού θα καταλήξω. Αν τα κείμενα τα έβγαζα απ' τα πνευμόνια μου, κάθε δικό σου θα ήταν επίπονες αιμοπτύσεις. Δε μου είναι εύκολο. Δε μου είναι εύκολο να σου πω τίποτα. Ποτέ δε μου ήταν. Το ξέρεις; Το καταλαβαίνεις; Έχει περάσει απ' το μυαλό μου ότι τα συνηθίζεις, ότι κάποιες στιγμές τα βαρέθηκες. Μπορεί απλά να είναι ιδέα μου. Μπορεί και όχι και να 'χεις δίκιο όμως. Δεν ανανεώνομαι. Ένα μοτίβο, οι ίδιες εμμονές, σχεδόν και τα ίδια χρώματα. Δεν είπα ποτέ ότι είμαι ή θα γίνω ο καλύτερος συγγραφέας στον κόσμο. Είπα όμως, σε ανύποπτη στιγμή, σχεδόν μέσα μου-σχεδόν έξω μου, ότι για 'σένα θα γράφω τα καλύτερα κείμενα στον κόσμο. Κι αυτό, στο ξαναλέω, δε μου είναι εύκολο. Πάλι καλά λοιπόν, που γράφω ηλεκτρονικά.

Monday, September 1, 2014

Λίγο μετά τον πόλεμο, η ζωή


-Άκου!! Άκου, πάλι οι σειρήνες. Συσκότιση είπαν. Μα έχουμε ρεύμα νομίζουν; Πόσες νύχτες είναι που κόπηκε, είναι που γκρεμίστηκε το κτίριο με τις γεννήτριες; Η μόνη συσκότιση που πια μπορούμε είναι αυτή των ματιών. Τα κλείνουμε σφιχτά-σφιχτά και όλα μαύρα. Και περιμένουμε. Έτσι, μες στο προσωπικό μας σκοτάδι, περιμένουμε να μην πέσει ο πύραυλος, να μη γίνει η έκρηξη. Όχι να πέσει λίγο πιο εκεί. Να μην πέσει καθόλου. Πιο εκεί είναι τα αδέρφια μας, οι φίλοι μας, οι γονείς μας ίσως. Να μην πέσει. Αλλά πάντα πέφτει. Και μετά είμαστε όλο και λιγότεροι. Μικραίνουν οι οικογένειές μας. Μικρός είμαι αλλά ξέρεις πόσους ήδη θρηνώ; Ξέρεις πόσους έχω χάσει; Με βάζουν ασπίδα λένε για να κρύβουν τα όπλα πίσω μου, κάτω μου. Έτσι λένε οι απέναντι. Ναι, είμαι ασπίδα της γης μου. Των ανθρώπων μου. Κανείς όμως δε με βάζει. Είμαι εκεί και θα πεθάνω κι εγώ υπερασπιζόμενος όχι όπλα αλλά ψυχές.
Πενήντα μέρες ετούτη τη φορά. Έχει φτάσει τόσο για να μην μείνει κανένα σχολείο, κανένα νοσοκομείο, κανένα σπίτι στη γειτονιά. Ποια γειτονιά όμως; Με ποιους να γειτονέψουμε; Ερείπια εδώ, ερείπια κι εκεί. Σκαρφαλώνω πια και δυσκολεύομαι για να πάω σε μέρη που πριν δυο μήνες έτρεχα κι έκανα μόνο δέκα βήματα. Δεν αντέχεται ο πόνος να σου γκρεμίζουν τον τόπο. Είτε τόπος είναι είναι η γη και το σπίτι σου, είτε τόπος είναι οι άνθρωποι. Δεν αντέχεται σου λέω......... Να ανοίξω τα μάτια; Πέρασε;

-Άνοιξ' τα αγόρι μου. Σταμάτησαν. Για λίγο καιρό τα συμφώνησαν, δε θα έχει βόμβες. Άνοιξ' τα μάτια σου, πάρε το σωσίβιό σου, μην ντρέπεσαι που είσαι μεγάλος γι' αυτό, πάρτο και πήγαινε στη θάλασσα. Πήγαινε να χαρείς το νερό της και την ελευθερία της. Ταιριάζει με τη δικιά σου. Με το πνεύμα σου. Πήγαινε αγόρι μου και κολύμπα.


Υγ. Η φωτογραφία είναι απ' τη Γάζα. Μετά από πενήντα μέρες βομβαρδισμών ο κόσμος γέμισε την παραλία να χαρεί... τι άλλο; Τη ζωή.