Wednesday, December 31, 2014

2015. Τις ευχές μου για τα όμορφα.

"Μα τι θα αλλάξει με την αλλαγή της μέρας; Πήγε χάλια το 2014, γιατί να περιμένω ένα όμορφο 2015";

Θες λόγους λοιπόν, θες υποστήριξη για τη χαρά, θες χρώμα στα ρούχα σου και καραμέλα στα ακρόχειλα. Θες αχαλίκωτους δρόμους, θες σκιες πλατάνων στα καλοκαίρια σου και λότζιες για απάγκιο στις βροχές σου. Με κοιτάς στα μάτια και μου ζητάς ελπίδα για να ευχηθείς κι εσύ από καρδιάς για τη νέα χρονιά. Το βλέπω, απογοητευμένη είσαι αλλά αρκεί ένα μικρό σπρώξιμο για να γδυθείς τις κυρτωμένες καμπύλες και να ξαπλώσεις γελώντας σε θερμά κρεβάτια. Θες να ενώσεις με διαφορετικό τρόπο τις τελίτσες στα κουίζ, να διώξεις απ' το καθεμέρα θανάτους και αρρώστιες και στενοχώριες που σπάνε το στήθος σου. Θες να βγάλεις απ' τις τσέπες σου ραβασάκια που να δίνουν ραντεβού σε κοινούς τόπους, σε μπλεγμένα δάχτυλα, σε λυγμικά κοκτέιλ αδένων. 

Τι να πω; Να υποσχεθώ; Με ποια δύναμη; Τι να πω; Να προτρέψω; Με ποια ιδιότητα; Τι να σου πω... Εγώ εύχομαι για ένα καλό 2015. Εκεί έξω, ξέρω, θα είναι πάλι πολύ δύσκολο. Για τα μέσα μας όμως θα κάνω ότι μπορώ για να είναι καλύτερο. Καλύτερο από όλα ως τώρα. Κι ίσως και να γίνει...

Saturday, December 20, 2014

Το όνομά μου...



"Θέλω να βρω κάτι που να είναι μόνο για σένα. Να μην χωράνε μέσα τόσοι και τόσοι. Δεν ήσουνα σαν τόσους και τόσους."


Δεν γράφω πια. Τι να γράψω; Ποιες λέξεις να πουν καλύτερα ετούτα τα από πάνω; Κι αν πες ξεκινούσα να γράψω και πάνω στις μπύρες, πάνω στη ζάλη, πάνω στη νύχτα σήκωναν κεφάλι οι λέξεις και μου έλεγαν "καλά, θα σου κάνουμε το χατήρι, θα μπούμε πάλι σε όμορφη σειρά αλλά πριν, να σε ρωτήσουμε... τι τον είχες;"...


"Και με ρώτησαν: “τί τον είχες;”
Ρώτησαν εμένα τι σε είχα!"

Wednesday, December 17, 2014

Γυάρος 2014. Πέτρες.

Κι είσαι εκεί. Και κοιτάς αυτές τις πέτρες. Είσαι εκεί. Εκεί που κάποιοι κουβάλησαν αυτές τις πέτρες, που κάποιοι άφησαν ιδρώτα κι άλλοι αίμα πάνω σ' αυτές τις πέτρες. Λες τη λέξη ξανά και ξανά. Τη σκέφτεσαι στο χρώμα της, στη μάζα της, στην υφή της. Φτιάχνεις τον πληθυντικό της. Σε βαραίνει. Όχι τη μέση σου, την ψυχή σου. Πέτρες. Πώς γίνεται λες; Πώς γίνεται κάτι που ενώ με το βάρος του σε τραβάει στη γη, ταυτόχρονα, ξεπερνώντας τον εξαιτίας του πόνο, να σε σπρώχνει ψηλά, στον ουρανό; Να σε σπρώχνει ψηλά, στα αστέρια; Να σε φτάνει στον άνθρωπο; Πώς μπορεί ό,τι γι' άλλους γίνεται ο τάφος, ό,τι γι' άλλους γίνεται το σπάσιμο, η τρέλα,  για κάποιους να είναι η επιβράβευση, να είναι το μετάλλιο της αντοχής τους, η νίκη τους;

Στέκεσαι εκεί. Χρόνια πολλά μετά, στέκεσαι εκεί. Κτίρια, ήλιος, αρμύρα και πέτρες. Ακούνητα αυτά, απαράλλακτα δεκαετίες. Όπως τα άφησαν πίσω τους φεύγοντας οι νικητές, φεύγοντας και τα τέρατα. Ακούνητα στο αλάτι, τη σκουριά και τη σκόνη τους. Τα κοιτάζεις. Τέρμα οι αναρωτήσεις. Ετούτα εδώ, λες, είναι οι αστερίσκοι της μνήμης μας. Δίχως ετούτα, τα ίδια Μακρονήσια θα γεννήσουμε, στις ίδιες κολάσεις θα ξανακυλήσουμε.

Wednesday, December 10, 2014

Το πρόσωπο του τέρατος

Η τροπολογία για να σωθεί η ζωή και να δικαιωθεί ο αγώνας του Ν. Ρωμανού έχει αλλάξει τρεις φορές για να τη δεχτεί ο Αθανασίου και ουσιαστικά ο φασίστας Σαμαράς (με όποιον έχει πίσω του). Στην αρχή την κατέθεσαν ο Σύριζα με τη ΔΗΜΑΡ και την υποστήριξε το ΚΚΕ. Στην τρίτη της αλλαγή την υποστηρίζουν και το ΠΑΣΟΚ με τους ΑΝΕΛ. Απέναντι είναι πλεόν μόνο η Ν.Δ. (και η Χ.Α. αλλά δε θα ασχοληθώ ποτέ σε επίπεδο σκέψης με αυτούς, οπότε τους αγνοώ ξανά)!!!

Μισάνθρωποι, ακροδεξιά αποβράσματα εκλεγμένα από φίλους, γνωστούς και συγγενείς μας. Από γείτονες και συμπολίτες μας. Ας μιλήσουμε σε όλους, ας φωνάξουμε σε όλους, ας εξηγήσουμε σε όλους τι είναι αυτό που υποστηρίζουν. Ας τους δείξουμε χωρίς κανέναν φτιασίδι το πρόσωπο του τέρατος για μια τελευταία φορά. Γιατί εδώ είμαστε: στο "τελευταία φορά". Αν πάλι δεν καταλάβουν, αν πάλι μείνουν εκεί ας το ξέρουν οριστικά, όσο κοντινοί μας κι αν είναι, όσο δικοί μας κι αν είναι: θα είναι για πάντα απέναντί μας. Χωρίς αστερίσκους ετούτη τη φορά.

Saturday, December 6, 2014

ΜetamMorfosis στο Vault: μεγάφωνη σιωπή


Δεν είναι οι μέρες μας για σιωπή. Δε ζούμε σε καιρούς που το όποιο άηχο μπορεί να έχει νόημα. Ευφυώς το λέει ο στιχουργός: "δεν είναι η σιωπή φωνή/ φωνή είναι μόνο η φωνή". Δεν πιστεύω στην ήσυχη αποχή των πνευματικών ανθρώπων, δεν πιστεύω στα ψιθυριστά απογεύματα των light διαμαρτυριών, δε μου αρέσουν τα κατευναστικά "ησύχως πορευόμαστε" όταν οι απέναντι θορυβούν με τα τανκς τους. Αυτό για να συστηθώ. Για να πω ότι οι σχέσεις μου με το άηχο ξεκινάν και τελειώνουν στην τέχνη. Τους κλείνει μεν το μάτι ο Τσάπλιν, τις φλερτάρει ο Μαρσώ αλλά ως εκεί. Στο πολιτικό μου γίγνεσθαι θέλω ηχεία για να ενδώσω.

Κυριακή απόγευμα κι η πρόταση έλεγε "πάμε στο Vault, ξεπέρνα τα κολλήματά σου με το θέατρο, είναι διαφορετική ετούτη η παράσταση, στη λογική του βωβού κινηματογράφου". Ουπς! Δηλαδή τι; Δε μιλάνε; Δε μιλάνε καθόλου; Μόνο παντομίμα; Κι οι διάλογοι πώς; Κάνω αγκαλιά με τα χέρια και λέω "σε θέλω"; Πιάνω την καρδιά μου και λέω "πεθαίνω"; "Σοβαρέψου! Σου λέω θα σου αρέσει. Οι διάλογοι προβάλλονται σε καρτέλες όπως ακριβώς στον βωβό, η μουσική φτιάχνει την ατμόσφαιρα, οι ηθοποιοί σε κάνουν να ξεχνάς ότι υπάρχουν και ομιλούσες παραστάσεις". Δυσκολεύομαι αλλά λέω ναι. Μία, μιάμιση ώρα; Πώς κρατάς την αγωνία σε ένα βωβό θέατρο, πώς δεν αφήνεις το μυαλό να ξεστρατίσει όταν έχει πάει σε ένα χώρο που τον έχει συνδέσει όχι μόνο με τη σωματική κίνηση αλλά και τον (στιλιζαρισμένο) λόγο; Στο ταξί προς τον Κεραμικό ακόμη τρώγομαι με τα ρούχα μου. Ποιος έγραψε κείμενο για μια τέτοια παράσταση; Κι αν δεν έγινε γι' αυτή, ποιο κείμενο διασκευάστηκε για να αλλάξουν πάνω του τη σκυτάλη τους άπειρες εικόνες; "Α, δε σου είπα. Τη Μεταμόρφωση του Κάφκα θα δούμε. Κωμωδία είναι". Μισή ώρα μετά, μπήκα στην αίθουσα. Κάθισα στη θέση μου. Ακόμη ο κόμπος απ' το λαιμό δε μου είχε φύγει. Τη Μεταμόρφωση του Κάφκα; Χωρίς λόγια; Άσε με να πεθάνω τώρα!

Ευτυχώς, κανείς δε με άφησε να πεθάνω. Ευτυχώς, έτσι είδα μια απ' τις ομορφότερες παραστάσεις που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Ευτυχώς, έτσι έμαθα ότι μια καλή ιδέα κι ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών μπορούν να τουμπάρουν ακόμη και τον πιο προκατειλημμένο θεατή. Σχεδόν μια ώρα δεν έβγαλα το χαμόγελο απ' τα χείλη μου. Κάθε λεπτό της ήταν μια έκπληξη για το άμαθο μάτι μου σε αυτό το είδος θεάτρου. Η Βίκυ Αδάμου, ο Γιώργος Νικολαΐδης, η Χριστίνα Σαμπανίκου βελόνιασαν τις κυκλοθυμίες και τις χαράδρες στις σχέσεις μιας οικογένειας. Με έπεισαν για τις αγάπες τους, τα άγχη τους, την υποκρίσία τους, τα μίση τους. Με βεβαίωσαν για το "μη παρέκει" τους, για τις άπνοιές τους, τα κλάματά τους. Κι ύστερα ήρθε ο Johny O. Κι εκεί είναι που έχασα τη μπάλα. Ο άνθρωπος, η κατσαρίδα, οι χιλιάδες κινήσεις το δευτερόλεπτο, οι αλφαδοκομμένες ανάσες. Δώσ' μου κείμενα, δώσ' μου έπη, δώσ' μου φωτογραφίες κινέζικων παροιμιών με χίλιες λέξεις η καθεμιά να στα λυγίσω μπρος σε μια υποκριτική σκηνή του. Εξαιρετικός! Χειροκροτούσα ασταμάτητα στο τέλος. Όλους τους. Το χαμόγελο το πήρα μαζί μου. Δε θυμάμαι πόσες ώρες μετά το έβγαλα απ' το πρόσωπό μου. Επιστρέφοντας στην πρώτη παράγραφό μου λέω ότι ετούτη η παράσταση, δίχως λόγια, μου έδωσε μια κραυγή. Το είπα κι εκεί: στην τέχνη η (μεταμορφωμένη) σιωπή είναι αποδεκτή. Μόνον εκεί όμως.


Παίζουν: Johnny O, Βίκυ Αδάμου, Γιώργος Νικολαϊδης, Χριστίνα Σαμπανίκου
σκηνοθεσία, διασκευή ιστορίας: Johnny O.
επιμέλεια κίνησης : Ιωάννα Καμπυλαυκά
βοηθός σκηνοθέτη: Άντζη Βαλσαμή
μουσική επιμέλεια: Αντώνης Μοσχούτης, Johnny O.
πρωτότυπη μουσική, programming: Αντώνης Μοσχούτης
σκηνικά: Έφη Λιαροκάπη
εικόνες προβολής: Θοδωρής Μαστρογιάννης
κοστούμια: Βίκυ Αδάμου
φωτισμοί: Αποστόλης Τσατσάκος
μακιγιάζ: Γιώργος Βάλβης


Tuesday, December 2, 2014

Chinawoman. Κορίτσι μου...

Δε θα έπρεπε να μιλήσω για αισθητική. Ξέρω τα βιντεοκλίπ σου. Ξέρω την εσκεμμένη ξεφτίλα της αισθητικής. Ρωσίδες μπαλαρίνες με ψηλοκάβαλα κολάν κάνουν επαναλαμβανόμενες πιρουέτες. Χορός με μπλουζ και βαλσάκια μάζωξης ΚΑΠΗ κάπου σε μαγαζί επαρχίας. Ασπρόμαυρη διασημότητα τύπου Vogue διαφημίζει το δυνατό του χαρακτήρα της. Κι άλλα. Κι άλλα όλα όμοια. Όλα συνδετήρας με το ταγέρ σου στη σκηνή.

Θεέ μου, πόσο όμορφη είσαι! Πόσο μ' αρέσεις. Μαλλιά, λίγο προβληματική μύτη, μεγάλα μάτια, χαμόγελο, προφορά γεμάτη λάμδα, σώμα τέλειο και σώμα ατελές, άχαρο κούνημα, κοντή φούστα, μαύρο καλσόν, μποτάκια. Τίποτα ιδιαίτερο. Πόσο όμορφη!

Τι τραγούδια! Τι μουσικές! Άσε με να ξεψυχήσω σε κάθε ηλεκτρονική νότα σου. Σε κάθε στίχο που ισοπεδώνει το ειδυλλιακό κάθε σχέσης. Κοιτούσα γύρω μου στο χώρο και δεν πίστευα αυτό που είχες καταφέρει: ένα κύμα πανομοιότυπου λικνίσματος δίχως καμιά παραφωνία. Πες στάχυα που πηγαινοέρχονταν σε αρμονικό χάδι Πουνέντε. Πες δοξάρια βιολιών που υπάκουαν σε μαυλιστική προσταγή μαέστρου. Πες ό,τι θες, εσύ το κατάφερες. Ξέρω, τώρα τελευταία νιώθεις έτσι, τώρα τελευταία είσαι τόσο δυνατή. Πριν λίγο καιρό ήσουν τόσο αδύναμη... You used to cry, you used to be so fragile... Party girl μου!

Tuesday, November 25, 2014

Cat Power στο Fuzz: υποκειμενικά όμορφα!



Βράδυ 21 προς ξημέρωμα 22 Νοέμβρη. Η Cat Power θα τραγουδούσε για όσους λατρεύουν το πιάνο της, την κιθάρα της, τις διασκευές της, το ξελίγωμα της φωνής της. Κάποια στιγμή μπήκε στο i-pod μου κι από εκεί σαν και να μου 'γινε ενδοφλέβεια, δεν ξαναβγήκε από μέσα μου. Το να πάω να την ακούσω δεν το έθεσα ποτέ υπό αμφισβήτηση. Είτε ήταν ακριβό το εισιτήριο, είτε δεν είχα λεφτά θα έβρισκα τον τρόπο. Κι αφού θα πήγαινα, το ότι θα την άκουγα θα μου αρκούσε για να σβήσω μεμιάς όσα άσχημα θα μπορούσαν σε άλλους να χαλάσουν τη βραδιά τους. Ο ήχος ας πούμε, οι λιποθυμίες και οι διακοπές της συναυλίας, ο γεμάτος χώρος ορθίων για τέσσερις -ίσως και παραπάνω- ώρες, οι κυκλοθυμίες της. Εκεί πήγα να ακούσω αυτό το κορίτσι που μ' αρέσει κι αυτό έκανα.

"Με συγχωρείτε, είμαι πέντε μηνών έγκυος, ξέρω αυτό που ακούτε σας φαίνεται χάλια αλλά θέλω να ξέρετε ότι εγώ εδώ πάνω κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ". Και λίγο αργότερα: "ξέρω, κουράζομαι πολύ, πρέπει να κάθομαι συχνότερα στο πιάνο από ότι είχα σχεδιάσει και φαίνομαι χοντρή και κλαίω συχνά αλλά είμαι εδώ και θέλω να σας κάνω να χαρείτε και να περάσετε ωραία που απόψε επιλέξατε εμένα κι όχι οτιδήποτε άλλο". Και καθόταν στο πιάνο κι άφηνε τις λέξεις να φέρνουν κύκλους στη γλώσσα της πριν βγουν έξω. Και μας τις έδινε όπως πάντα: ερωτεύσιμες στο σβήσιμό τους, στο χάσιμο των τελευταίων γραμμάτων τους. Από αυτές που τις προφέρει κι όσοι έχουν μάτια ξωτικών μπορούν και βλέπουν την ουρά που αφήνουν σαν κομήτες περαστικοί απ' τις συμπληγάδες των δοντιών της.

Και συνέχιζε να παίζει. Και τόσα τραγούδια δεν της βγαίναν. Και τα σταμάταγε με ένα fuck και μας μιλούσε σαν εξομολόγηση στην καλύτερή της φίλη. Μας έλεγε για κυκλοθυμίες και τύψεις, για ενοχές και αυτοπεποίθηση. Και πάλι σταματούσε απότομα κι έπιανε το τραγούδι απ' την αρχή. Κι αυτό κράτησε παραπάνω από δυόμιση ώρες, ακριβώς σαράντα τραγούδια. Λίγα στην κιθάρα, πολλά στο πιάνο, όλα όμως παραδομένα στα αφτιά μας μετά τη διήθηση στο λυγμό της.

Δε θα πω αν ήταν ωραία η συναυλία. Θα πω όμως ότι μου άρεσε όπως πάντα μου αρέσουν ορισμένα κορίτσια, είτε είναι στα καλά τους είτε στα κακά τους. Βράδυ 21 προς ξημέρωμα 22 Νοέμβρη παραμένω υποκειμενικός.



Υγ. Τη συναυλία άνοιξε η Nalyssa Green. Άδικο είναι να μην πω ότι κέρδισε ένα κοινό που στα πρώτα δυο τραγούδια της είχε γυρισμένη την πλάτη του και στο τέλος τη χειροκρότησε σε διάρκεια.

Monday, November 17, 2014

Πολυτεχνείο 17-11-2014



Δεν είναι πολιτικά επαρκής ο λόγος μου για να γράψω για ετούτη τη μέρα. Δεν είναι συναισθηματικά επαρκείς οι λέξεις μου για να πω για ετούτη τη μέρα. Το μπόι μας κάτι φορές δεν αρκεί για να κοιτάξει στα μάτια τους συμβολισμούς ορισμένων ημερών. Δεν έχω κείμενο λοιπόν για σήμερα. Δεν έχω προτάσεις σε όμορφη σειρά να δώσουν εικόνα για το πώς αλλάζουν οι λαοί, η ιστορία τους από κάτι τέτοιες μέρες.

Το μόνο που μου βγαίνει είναι η προτροπή να μη διαλέγεσθε τη βλακεία γιατί της δίνετε αξία και η προτροπή να κατέβετε στο δρόμο. Και σήμερα και κάθε μέρα. Μόνο στο δρόμο αλλάζουμε τη ζωή μας. Μόνο εκεί. Αλλιώς αλλάζουν άλλοι τη ζωή μας χωρίς τη συμμετοχή μας.

Sunday, November 9, 2014

Θα 'ρθω πάλι...



Η καλή διάθεση δεν είναι μαντήλι στην τσέπη να το βγάλεις να σκουπιστείς όποτε θες. Δεν είναι νερό στο ψυγείο, να το ανοίξεις να πάρεις το μπουκάλι να δροσιστείς τη στιγμή της δίψας σου. Την καλή διάθεση δεν την έχεις εύκαιρη στου πρωινού σου το τώρα, στου απογεύματος το θέλω, στης νύχτας την ανάγκη. Δεν είναι ένα κατά  παραγγελία αίσθημα, τα χαμόγελά της δεν έρχονται με ντελίβερι.

Πήγα στο Fix Factory κάπως μουντρούχος, σχεδόν μετανιωμένος που βγήκα Σαββατόβραδο. Μ' αρέσει ο Φοίβος αλλά ξέροντας κι εμένα δε θα πόνταρα υπέρ του "καλά θα περάσω" πριν αρχίσει η συναυλία του. Ήδη ένας χώρος μόνο με σκαμπό με ξένιζε. Μεγαλώνω, πώς να το κάνω; Θα κουραζόμουν, θα πιανόμουν, θα χαλιόμουν, δε θα το ευχαριστιόμουν. Αυτά σκεφτόμουν. Αυτά ώσπου βγήκε η ορχήστρα στη σκηνή. Ώσπου βγήκε αυτό το παιδί. Γιατί για άλλη  μια φορά κατάλαβα ότι δε μεγαλώνουμε όλοι. Δεν μεγαλώνουμε όλοι το ίδιο εύκολα.

Ο Φοίβος είναι παιδί. Όχι καλό παιδί. Όχι μεγάλο παιδί. Είναι παιδί. Σκέτο. Στις κινήσεις του, στο χορό του, στα γέλια του, στο χιούμορ του. Είναι η χαρά του κόσμου, η χαρά να ζούσαμε όλοι σε μερικές σκέψεις του. Τότε, κάπως καλύτερα θα γύριζε ετούτη η γη, το λέω με βεβαιότητα. Μιλάει, τραγουδάει και φτιάχνω διαρκώς ιστορίες άνοιξης για να περιγράψω ό,τι ζω εκεί. Δεν μπορώ να τον σκεφτώ στις ομίχλες του Νοέμβρη. Όχι γιατί δεν έχει τραγούδια που έχουν θλίψη, όχι γιατί δεν με πείθει και για δικούς του πόνους, όχι γιατί η φωνή του είναι μόνο της χαράς, όχι. Είναι μια ενστικτώδης, μια ασυνείδητη διεργασία του εγκεφάλου μου. Είναι κάτι σαν επιβολή χρωμάτων, δημιουργίας, ξαναγεννήματος. Κατεβαίνει απ' τη σκηνή και χαϊδεύει όλα τα κορίτσια, ένα προς ένα. Τον κοιτάζω και τα ζηλεύω. Δε φλερτάρει κι ας τους λέει "σας αγαπάω". Ξυπνάει τη λάμψη τους, τα πείθει για τη λάμψη τους.

Σχεδόν τρεις ώρες πρόγραμμα, δε σου αφήνει κενά. Τραγουδάς και γελάς με την ψυχή σου. Κι αν πριν η διάθεσή  μου ήταν κάπως, στο φεύγα μου από εκεί ήταν κάπως ωραία. Πολύ ωραία.

Sunday, November 2, 2014

Wednesday, October 22, 2014

Απόψε μόνο η θλίψη

Είναι η μέρα; Είναι η θλίψη. Είναι η κακή υγεία; Είναι η θλίψη. Είναι η διάθεση; Είναι η θλίψη. Είναι το κλείσιμο στο σπίτι; Είναι η θλίψη. Είναι τα βιβλία; Είναι η θλίψη. Είναι τα άσχημα γραπτά; Είναι η θλίψη. Είναι ο άθλιος κόσμος; Είναι η θλίψη. Είναι οι κοντινοί άνθρωποι; Είναι η θλίψη. Είναι κάποιο σκυλάκι; Είναι η θλίψη. Είναι οι παρατεταμένες λιακάδες; Είναι η θλίψη. Είναι η χαμένη αυτοεκτίμηση; Είναι η θλίψη. Είναι τα λάθη; Είναι η θλίψη. Είναι το πειραγμένο μυαλό; Είναι η θλίψη. Είναι κάτι άλλο, κάτι έξω απ' τη θλίψη; Δεν ξέρω. Απόψε όμως σίγουρα όχι.

Monday, October 20, 2014

Παράλληλα σύμπαντα

-Εδώ είμαι. Πάντα εδώ είμαι. Μπορεί να καταστρέφω τη ζωή μου, μπορεί και να την φτιάχνω. Μπορεί να ενώνω τα κομμάτια του παζλ μου, μπορεί και να πετάω μερικά απ' αυτά στα σκουπίδια προδικάζοντας μια μη αναστρέψιμη ατέλεια. Μπορεί ο χρόνος να είναι σιρόπι πανάκειας, μπορεί και απλά να καμουφλάρει τα έλκη μου με κρούστα ασθενούς  μνήμης. Μπορεί να ζω χωρίς να με καταλαβαίνει κανένας, μπορεί και να έχω τη μεγαλύτερη κατανόηση του κόσμου. Μπορεί να νομίζω ότι με σώζουν οι μουσικές, μπορεί και να μην ξέρω ότι αυτές με πεθαίνουν. Μπορεί να έχω λιγοστέψει τις κατά μόνας ώρες στο σπίτι, μπορεί και να μην έχω χώρο να τον νιώθω ως σπίτι. Μπορεί να ζω με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα δίπλα μου, μπορεί και να πληγώνω το απαλό της έχοντάς την μόνο δίπλα μου. Μπορεί να χαρίζω ηδονή στο κορμί μου, μπορεί και να είναι ένα παιχνίδι του μυαλού για ένα αχάριστο κενό. Μπορεί να παίρνω τρένα, καράβια, αεροπλάνα να φεύγω, μπορεί και να το κάνω μόνο για να επιστρέφω μετά. Όπως και να 'χει, θεωρώ ότι είμαι εδώ. Πάντα εδώ.

-Δεν είσαι εδώ. Κι εγώ είμαι σε έναν κόσμο με όλους αυτούς που δεν συμπαθώ καν.

Friday, October 17, 2014

Γράφω

-Γράφεις για 'μένα;
-Γράφω πάντα για 'σένα. Κάθε μέρα. Κι ας τα διαβάζουν μόνο οι άλλοι.

Tuesday, October 14, 2014

Γυάρος 2014. Τα σίδερα.

-Έχεις δει πως κλαίει η σκουριά; Όχι θα μου πεις. Για να το δεις πρέπει να μείνεις χρόνια με το σίδερο. Να περάσεις μαζί του χειμώνες, υγρασίες και κρύο. Θα πρέπει να κλάψεις κι εσύ οξειδωμένη τη φύση σου. Να χαλάσεις το λείο σου. Να ξεφτίσεις τη σκληράδα σου. Θα πρέπει να πειστείς ότι η φυλακή είναι η κατάστασή σου κι η ελευθερία, των άλλων το προνόμιο. Να αποδεχτείς τις κατηγορίες για την επιλογή μιας ζωής που κάποιοι δεν εγκρίνουν. Να συνηθίσεις. Να συνηθίσεις πρώτα να μην είσαι άνθρωπος. Να μη θυμάσαι τι είναι άνθρωπος.

Έχεις ζήσει απ' τη μέσα μεριά των κάγκελων; Έχεις κοιτάξει ρίγες την ελευθερία; Έχεις ποθήσει διακεκομμένα το "φεύγα"; Τα έχεις μετρήσει ξανά και ξανά; Τα έχεις βγάλει σωστά και λάθος και τα 'χεις πάρει πάλι απ' την αρχή; Έχεις σκεφτεί να "σπάσεις" για να γλιτώσεις κι έχεις ντραπεί τον εαυτό σου ξανά και ξανά που το σκέφτηκες; 
Όχι θα μου πεις και δίκιο θα 'χεις. Κι εγώ θα σε καταλάβω, γιατί κι οι δυο το ξέρουμε: δεν είναι εύκολο να κλαις σαν τη σκουριά.

Sunday, October 12, 2014

Ο δικός μου Αινείας...

Όταν μπήκαν οι Αχαιοί στην πόλη της Τροίας εντυπωσιασμένοι απ' την μαχητικότητα και την ανδρεία ορισμένων πολεμιστών της που αντιστέκονταν ακόμη, τους χάρισαν τη ζωή και την ελευθερία τους επιτρέποντάς τους φεύγοντας να πάρουν μαζί τους ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν με το σώμα τους. Όλοι πήραν χρυσάφι, χρήματα, όπλα κι άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο Αινείας πήρε στην πλάτη του τον γέρο, παράλυτο πατέρα του.
Ο νεαρός της φωτογραφίας φεύγοντας απ' το Kobane για να γλιτώσει απ' την επερχόμενη σφαγή των δολοφόνων του ISIS πήρε στην πλάτη του τη γιαγιά του. Είναι ο δικός μου Αινείας.

Monday, October 6, 2014

Γυάρος 2014. Ουρανός.

Δε θα με κρατήσουν αυτά τα ντουβάρια. Δεν έχουν δύναμη τα μπετά τους, ισχύ τα τούβλα τους, σκληράδα τα σίδερά τους. Μια τρύπα ουρανό θα ανοίξω κι από εκεί θα το σκάνε τα όνειρά μου, θα το σκάνε οι ιδέες μου. Από εκεί θα γεμίσω τον κόσμο καλοσιδερωμένη ελπίδα να φοράει στα καλά του, να πηγαίνει βόλτα ελεύθερη στις Κυριακές της ζωής του. Μια τρύπα ουρανό θα ανοίξω και θα μείνουν τα κτήνη δίπλα μου να χάσκουν με το στόμα ανοιχτό για του πάθους μου τα θαύματα. Του πάθους μου για δίχως σύνορα αγάπη, για παντού αλληλέγγυες κοινωνίες, για όμοια όμορφες ζωές. 

Ένα βράδυ, να ξέρεις, τίποτα δε θα με κρατήσει. Θα φύγω από εδώ. Και τότε... και τότε ποιος είδε τον κόσμο ν' αλλάζει και δεν τον λάτρεψε, και δεν τον έκανε και δικό του κόσμο!

Monday, September 29, 2014

Γυάρος 2014. Κατέβα!

-Άντε, κατέβα.

-Πού μωρέ; Ποιος άκουσε ποιου την προτροπή να κατέβει στον Άδη και κατέβηκε; Γιατί εγώ να κάνω την αρχή; Δε βλέπεις το σκοτάδι; Δε βλέπεις που ακόμη και το φως δειλιάζει κι αφήνει στην πόρτα τα κουράγια του; Ποιο πόδι να διατάξω να μπει πρώτο σε αυτόν τον τάφο; Τι θηρία παραφυλάν εκεί μέσα; Ετούτους τους διαόλους εδώ πάνω μπορώ να τους κουμαντάρω. Η αντοχή μου είναι η ήττα τους, η λάμψη στα μάτια μου είναι τα δικά τους βασανιστήρια. Εκεί κάτω όμως... Εκεί κάτω έχω να τα βάλω με το σκοτάδι και τους δαίμονες του μυαλού μου. Εκεί είναι η τρέλα το τρέμουλό μου, τα ουρλιαχτά της το αιμάτωμα στο κεφάλι μου. Δε θέλω να κατέβω, αλήθεια. Στο λέω εσένα, μόνο σε εσένα. Οι ιδέες μου με οπλίζουν για όλες τις μάχες, για όλους τους πόνους, για κάθε ζωντανό, απτό εχθρό. Τα μέσα μου όμως... τα μέσα μου τα αντιμετωπίζω γυμνός. Και φοβάμαι...

-Άντε ρε σύντροφε, κατέβα. Κάνε μια δύναμη ακόμη. 

Saturday, September 27, 2014

Γυάρος 2014. Τοίχοι και φως.

Όχι, ετούτο το φως δεν ήταν της ελπίδας. Όχι, εκεί δεν ήταν ο παράδεισος. Το πέρασμα απ’ την υγρασία και το σκοτάδι, στον ήλιο και τη ζέστη δεν ήταν το βήμα στο καλύτερο. Καμιά θρησκεία, καμιά fiction θεωρία δεν είχε στήσει τραπεζάκι να προϋπαντήσει τους νιόφερτους στη μέρα. Φέρτε μου όσους σε όλη την ιστορία ταύτισαν το φως με τη ζωή να τους στήσω στο απόσπασμα ετούτων των αχτίδων. Να τους δώσω εικόνες πόνου. Πόνου που έφερναν τον ορισμό της λέξης στα όριά της.

Όχι, κι ετούτοι οι τοίχοι δεν ήταν για στήριγμα. Δεν ακουμπούσαν κάποιοι τα κουρασμένα κορμιά τους να ξαποστάσουν. Φυλακή ήταν. Τα όρια ενός διαδρόμου που οδηγούσε στα έξω βασανιστήρια. Στο κάψιμο του ήλιου, στο αλάτι της θάλασσας, στις πέτρες, στις πέτρες και ξανά στις πέτρες… Όχι, δεν έχουν τόσο τη σκληράδα του υλικού τους όσο τη σκληράδα της ψυχής των ανθρωποφυλάκων που πλάι τους περπατούσαν. Δεν έχουν τόσο τη θερμοκρασία του χώρου όσο την παγωνιά της ματιάς εκείνων που συνειδητά μισούσαν μέχρι θανάτου ανθρώπους.

Όχι, δεν μπορώ να βλέπω ανέμελος τέτοιες φωτογραφίες. 

Tuesday, September 23, 2014

Βρεγμένες σημειώσεις στο περιθώριο μιας συναυλίας.

"Ψάχνω για μια διέξοδο, γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή.... Κι ετούτη όμως, ρε κοπέλια, καλή είναι!"

Καλή είναι Γιάννη. Καλή είναι όταν δυο ώρες πριν κάποιος σου βρίσκει μια πρόσκληση για μια συναυλία sold out που μπορεί και μετά χρόνια να τη λες συναυλία της ζωή σου. Σε έναν χώρο ασφυκτικά γεμάτο, να μη σε πνίγει το πλήθος, ο όγκος, ο παλμός του. Με το που μπαίνεις να νιώθεις ένα μαζί του. Η μονάδα στο σύνολο και το σύνολο βαφτισμένο στον έναν, στον κάθε έναν. Κοινή η προσδοκία εξάλλου: μια γρέζα νότα να βγει απ' το λαιμό, μια και να στοχεύσει ουρανό. Όπως απ' το λαούτο σου.

Καλή είναι Γιάννη. Καλή είναι όταν μισή ώρα αφού ξεκίνησες έπιασε η βροχή. Η ερώτησή σου ρητορική αλλά η απάντηση αυθόρμητη και με μια κατάφαση που ξεκινούσε απ' το Θέατρο Δάσους κι έφτανε στο τελευταίο δέντρο, στο τελευταίο φαράγγι της Κρήτης: "τι κάνουμε; μένουμε;"... Ναι!

Κι έβρεξε. Και μουσκέψαμε. Τα μαλλιά, η πλάτη, τα ρούχα μας, τα καθίσματά μας, τα όργανά σας, η σκηνή. Κι είπες το Σκουλαρίκι κι όλοι μαζί στήσαμε μια μικρή έκσταση. Εσείς, εμείς, 20 Νηριήδες κι άλλοι σαράντα Θεοί των Νερών που είχαν μαζευτεί από όλες τις θρησκείες. Κατάνυξη; Όχι μόνο. Δεν ήταν απλά αυτό το σιωπηλό, ντροπαλό αίσθημα του "μη με αγγίξεις όμορφα". Ήταν ταυτόχρονα και το άλλο του "άγγιξέ με πρόστυχα". Κι εκεί, τότε, σου έσπασε η πρώτη χορδή. "Για το καλό", είπες. Το καλό του να ζούμε απόψε ετούτη τη βροχή μαζί, εννοούσες.

Καλή είναι Γιάννη. Το κορίτσι πίσω μου, στα τρία μέτρα με τη μακριά φούστα, δε σταμάτησε να χορεύει όλο το βράδυ. Με χαμόγελο δέκα μισά φεγγάρια έπειθε για το "θα το θυμάμαι". Ο κύριος στην άκρη στα κάγκελα ήταν μια διαρκής καύτρα. Δεν είδα ποτέ πρόσωπο, δεν είδα ποτέ όμως και να σβήσει η, κοντά στα χείλη του, φωτιά. Να άλλη μια βεβαίωση θέρμης. Να άλλη μια υπογραφή στη συλλογή ευφορίας. Κι εγώ... κι εγώ χαρούμενος, ανάμεσα σ' αλκοόλ και σπαγγάτα με τους στίχους των τραγουδιών σου. Κλείνω με βουλοκέρι το φάκελο της αποψινής ομορφιάς.

Μ' άρεσε αυτή η συναυλία. Πολύ. Όπως μ' αρέσει η ζωή που βγαίνει μέσα από βράδια μουσικής και βροχής.

Friday, September 19, 2014

Όλα τα ονόματα...

Δημήτρης, Γιάννης, Μαρία, Κωνσταντίνα, Σωτήρης, Ηλέκτρα, Ιωάννα, Σπύρος, Παύλος, Ραφίκ, Ντάνιελ, Αλί, Τζούλιαν, Σαχτζάτ, Φερνάντο, Μαχμούτ, Γκαμάλ, Αντώνης, Ελευθερία, Σταύρος, Αλέξης, Κεμάλ, Αμπάς, Αμπντούλ, Χακίμ...

"Todos os nomes" -ή στη μετάφρασή του "όλα τα ονόματα"- είναι τίτλος βιβλίου του Σαραμάγκου. Αν αυτόν τον τίτλο τον είχαμε στις ειδήσεις μας, στα νέα μας, στις κουβέντες μας, στο καθεμέρα μας τότε ίσως και να ήμασταν καλύτεροι άνθρωποι, ίσως και να ζούσαμε σε έναν καλύτερο κόσμο. Αν το αόρατο το ονομάζαμε, αν το γενικό, το συγκεχυμένο το κάναμε ειδικό, ξεκάθαρο, αν τους πολλούς τους ξεχωρίζαμε έναν-έναν τότε ίσως όλα να ήταν αλλιώς. Αν ο νεκρός μετανάστης απ' τους Χρυσαυγίτες ήταν ο Σαχτζάτ Λουκμάν, τότε ίσως ο Παύλος Φύσσας να τραγουδούσε ακόμη. Αν οι πνιγμένοι στο Φαρμακονήσι είχαν όνομα και οικογένεια, τότε ίσως οι 500 πνιγμένοι στη Λιβύη να ήταν σε κάποιο κέντρο φιλοξενείας κάποιας ευρωπαϊκής χώρας. Αν στο μαγαζί μου δεν έρχονταν τρεις μαύροι αλλά ο Ντάνιελ, ο Ζοζέ κι ο Χακίμ, αν το γκολ δεν το έβαζε ο αραπάς αλλά ο Μαζουακού, αν το βραχιόλι στο Μοναστηράκι δε μου το έφτιαχνε ο Αφρικανός αλλά ο Γκαμάλ τότε μπορεί και οι -τουλάχιστον- είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες που πνίγηκαν απ' το 1999 ως σήμερα στη Μεσόγειο προσπαθώντας να μπουν σε μια Ευρώπη φρούριο, να γελούσαν σε κάποια πλατεία, να σπούδαζαν σε κάποιο πανεπιστήμιο, να δούλευαν σε κάποιο χωράφι.

Τα ονόματα δεν υπάρχουν για άλλο λόγο παρά για να μας θυμίζουν ένα πρόσωπο. Είναι το κοινωνικό συμβόλαιο που συγκεκριμενοποιεί τη  μνήμη. Είναι ο μόνος τρόπος κάποιος να πλάσει πραγματικούς, σάρκινους ανθρώπους απ' τη μάζα. Ας το απαιτήσουμε λοιπόν. Πρώτα απ' τους εαυτούς μας. Να ξέρουμε τα ονόματα, να μαθαίνουμε, να μη μιλάμε για άλλον έναν αλλά για κάποιον συγκεκριμένον ένα. Αν όντως αυτό που γίνεται γύρω μας σε μια φασίζουσα ήπειρο μας ενοχλεί, τότε είναι μονόδρομος. Όλα τα ονόματα! Todos os nomes! Δημήτρης, Γιάννης, Μαρία, Κωνσταντίνα, Σωτήρης, Ηλέκτρα, Ιωάννα, Σπύρος, Παύλος, Ραφίκ, Ντάνιελ, Αλί, Τζούλιαν, Σαχτζάτ, Φερνάντο, Μαχμούτ, Γκαμάλ, Αντώνης, Ελευθερία, Σταύρος, Αλέξης, Κεμάλ, Αμπάς, Αμπντούλ, Χακίμ...

Wednesday, September 17, 2014

Πάλι καλά...

Πάλι καλά δε γράφω σε χαρτί. Πάλι καλά δε σβήνω, δε μουτζουρώνω, δε σχίζω φύλλα προσπαθώντας να σου πω απλές λέξεις. Πάλι καλά την αδυναμία του "στα ίσα" λόγου μου δεν την πληρώνουν δάση στον αρκτικό κύκλο, στον Αμαζόνιο και στην Ινδονησία. Συνήθως δεν έχω από πού να αρχίσω, δεν έχω θέμα και δεν ξέρω πού θα καταλήξω. Αν τα κείμενα τα έβγαζα απ' τα πνευμόνια μου, κάθε δικό σου θα ήταν επίπονες αιμοπτύσεις. Δε μου είναι εύκολο. Δε μου είναι εύκολο να σου πω τίποτα. Ποτέ δε μου ήταν. Το ξέρεις; Το καταλαβαίνεις; Έχει περάσει απ' το μυαλό μου ότι τα συνηθίζεις, ότι κάποιες στιγμές τα βαρέθηκες. Μπορεί απλά να είναι ιδέα μου. Μπορεί και όχι και να 'χεις δίκιο όμως. Δεν ανανεώνομαι. Ένα μοτίβο, οι ίδιες εμμονές, σχεδόν και τα ίδια χρώματα. Δεν είπα ποτέ ότι είμαι ή θα γίνω ο καλύτερος συγγραφέας στον κόσμο. Είπα όμως, σε ανύποπτη στιγμή, σχεδόν μέσα μου-σχεδόν έξω μου, ότι για 'σένα θα γράφω τα καλύτερα κείμενα στον κόσμο. Κι αυτό, στο ξαναλέω, δε μου είναι εύκολο. Πάλι καλά λοιπόν, που γράφω ηλεκτρονικά.

Monday, September 1, 2014

Λίγο μετά τον πόλεμο, η ζωή


-Άκου!! Άκου, πάλι οι σειρήνες. Συσκότιση είπαν. Μα έχουμε ρεύμα νομίζουν; Πόσες νύχτες είναι που κόπηκε, είναι που γκρεμίστηκε το κτίριο με τις γεννήτριες; Η μόνη συσκότιση που πια μπορούμε είναι αυτή των ματιών. Τα κλείνουμε σφιχτά-σφιχτά και όλα μαύρα. Και περιμένουμε. Έτσι, μες στο προσωπικό μας σκοτάδι, περιμένουμε να μην πέσει ο πύραυλος, να μη γίνει η έκρηξη. Όχι να πέσει λίγο πιο εκεί. Να μην πέσει καθόλου. Πιο εκεί είναι τα αδέρφια μας, οι φίλοι μας, οι γονείς μας ίσως. Να μην πέσει. Αλλά πάντα πέφτει. Και μετά είμαστε όλο και λιγότεροι. Μικραίνουν οι οικογένειές μας. Μικρός είμαι αλλά ξέρεις πόσους ήδη θρηνώ; Ξέρεις πόσους έχω χάσει; Με βάζουν ασπίδα λένε για να κρύβουν τα όπλα πίσω μου, κάτω μου. Έτσι λένε οι απέναντι. Ναι, είμαι ασπίδα της γης μου. Των ανθρώπων μου. Κανείς όμως δε με βάζει. Είμαι εκεί και θα πεθάνω κι εγώ υπερασπιζόμενος όχι όπλα αλλά ψυχές.
Πενήντα μέρες ετούτη τη φορά. Έχει φτάσει τόσο για να μην μείνει κανένα σχολείο, κανένα νοσοκομείο, κανένα σπίτι στη γειτονιά. Ποια γειτονιά όμως; Με ποιους να γειτονέψουμε; Ερείπια εδώ, ερείπια κι εκεί. Σκαρφαλώνω πια και δυσκολεύομαι για να πάω σε μέρη που πριν δυο μήνες έτρεχα κι έκανα μόνο δέκα βήματα. Δεν αντέχεται ο πόνος να σου γκρεμίζουν τον τόπο. Είτε τόπος είναι είναι η γη και το σπίτι σου, είτε τόπος είναι οι άνθρωποι. Δεν αντέχεται σου λέω......... Να ανοίξω τα μάτια; Πέρασε;

-Άνοιξ' τα αγόρι μου. Σταμάτησαν. Για λίγο καιρό τα συμφώνησαν, δε θα έχει βόμβες. Άνοιξ' τα μάτια σου, πάρε το σωσίβιό σου, μην ντρέπεσαι που είσαι μεγάλος γι' αυτό, πάρτο και πήγαινε στη θάλασσα. Πήγαινε να χαρείς το νερό της και την ελευθερία της. Ταιριάζει με τη δικιά σου. Με το πνεύμα σου. Πήγαινε αγόρι μου και κολύμπα.


Υγ. Η φωτογραφία είναι απ' τη Γάζα. Μετά από πενήντα μέρες βομβαρδισμών ο κόσμος γέμισε την παραλία να χαρεί... τι άλλο; Τη ζωή.

Sunday, August 31, 2014

Εξομολόγηση ή ένα τελευταίο κείμενο για το καλοκαίρι

Να ξεκινήσω με παραδοχή: δεν αγαπώ τα καλοκαίρια. Είμαι άνθρωπος του χειμώνα. Εκεί οι καλύτερες λέξεις μου, εκεί τα καλύτερα φιλιά μου, εκεί οι καλύτεροι δρόμοι μου. Ζω για τη βροχή και ζω απ' τη βροχή, χάνομαι στις ομίχλες, ζητάω το κρύο για να βρω τρόπους για τη ζέστη μου.

Να συνεχίσω όμως με διαπίστωση: απόψε είναι η τελευταία νύχτα που μπορώ να γράψω κι ο μήνας να είναι ακόμη Αύγουστος. Είναι το τελευταίο ξημέρωμα που θα 'ρθει και θα ακούσει το ευχαριστώ μου για κείμενα όμορφα που μου 'δωσε, για αισθήματα-σφαγές, για μέρες-λάμες και νύχτες-πληγές. Τα εύκολα και τα δύσκολα, τα καλά του και τα κακόμορφά του όλα, θεός-πλάστης με έπιασαν χωμάτινο στα χέρια τους και με σχημάτισαν Αδάμ που θα τρώει πάντα το μήλο, εν γνώσει του όμως, ξέροντας με λεπτομέρεια τις συνέπειες.

Αύριο τέτοια ώρα θα είναι Σεπτέμβρης κι ήδη θα πατάω σε μέρη γνώριμα, θα σκέφτομαι δερμάτινα μπουφάν και βόλτες τη νύχτα στους δρόμους. Θα σκέφτομαι κίτρινα, μέσα απ' τα ποτήρια της μπύρας, κορίτσια και γκρίζες, μέσα απ' τη διάθλαση των σταγόνων, θάλασσες. Θα ψιθυρίζω τραγούδια που κερνάν κονιάκ και θα φωνάζω ξόρκια που καλμάρουν τις μάγισσες του ψύχους. Τώρα όμως, ακόμη, ακροπατάω εδώ που πάντα νιώθω να φιλοξενούμαι, όχι να κατοικώ. Και τώρα είναι που θα έπρεπε να φοβάμαι μια τελευταία πτώση, να αγχώνομαι για μια στερνή ήττα. Κι όμως, δεν είναι έτσι.

Είναι που φέτος το καλοκαίρι είχε και δώρα. Σμύρνα και λιβάνι σε κάτι νύχτες μου που αν ήταν να τις αλλάξω με κάτι άλλο, αυτό πάλι τις ίδιες θα περιείχε. Φωτογραφίες που έπαιξαν με τη φαντασία μου, που έστησαν την αρτιότητά τους απέναντι στο άπειρό της κι εν τέλει μαζί, σαν παιδιά και σαν εραστές, κυλίστηκαν στις λάσπες και στο κύμα. Μαλλιά που προκάλεσαν τον ήλιο να τα κάψει, να τα στεγνώσει, να τα τσακίσει κι αυτός δε θέλησε άλλο, μόνο τα φώτισε. Εικόνες γενικά. Είχαν πολλές εικόνες οι φετινές ζεστές μέρες. Από αυτές που με ζουν. Γιατί, καλώς ή κακώς, μέσα από τέτοιες έχω διαλέξει να εκφράζομαι, να στήνω τη ζωή μου, να την μοιράζομαι. Όχι ζωγραφίζοντας λέξεις αλλά γράφοντας εικόνες.

Tuesday, August 26, 2014

Αηδία, ναζί κι ομοφοβία

«Τι είναι straight; Μια γραμμή μπορεί να είναι straight (ευθεία) ή ένας δρόμος αλλά η ανθρώπινη καρδιά; Ω, όχι! Αυτή έχει καμπύλες, στρίβει όπως ένας δρόμος που περνάει ανάμεσα στα βουνά»! (Τέννεσσι Ουίλιαμς)

Το σεξ δεν είναι ένα κεφάλαιο της ζωής μας. Είναι η αρχή και το τέλος της, οι πιο σημαντικές προτάσεις της, είναι ο λόγος που αυτό το κείμενο βρίσκει εκδότες, έχει φανατικούς αναγνώστες, συλλέγεται στις καλύτερες βιβλιοθήκες του σύμπαντος. Το σεξ είναι ένα υγρό μέσα σε μια κλειστή αμπούλα ευτυχίας. Τη σπας και γεμίζει ο τόπος ηδονή και οργασμικούς σπασμούς και πολύχρωμα χαμόγελα. Πώς να το περιορίσεις; Πώς να το στιγματίσεις; Πώς να το απαγορεύσεις; Από ποια σκοτεινή σκέψη ελάχιστων ανθρώπων ξεπήδησε η σεξουαλική καταπίεση; Ποια στιγμή άθλια μέγιστου υπανθρωπισμού έβαλε αλυσίδες στην ελεύθερη έκφραση των σεξουαλικών πιστεύω μας;

Τα ντουβάρια με τα μαύρα δεν βρίσκουν πια λέξεις να τα χωρέσουν. Ακόμη και η νομική επιβολή υπεράσπισής τους οφείλει να αρνείται το επαγγελματικό της καθήκον μπρος σε εκείνο της συνείδησής της. Ποιες λέξεις μείναν για να βρουν την ελάχιστη δικαιολογία στο αναίτιο μίσος; Μισούμε γιατί; Μισούμε ποιους; Έλουσαν με χλωρίνη κάποιους που έκαναν τι; Έδειραν, έσπασαν τον αστράγαλο ενός αγοριού που έπινε μπύρα σε ένα παγκάκι με ένα άλλο αγόρι για ποιο λόγο; Δεν είμαι αφελής που ρωτάω. Ούτε ηλίθιος να περιμένω απαντήσεις. Τα λέω δυνατά, μόνος μου και απλά τα μεταφέρω και στην κόλλα μου. Έχω ανάγκη να ακούω το παράλογο του 2014. Έχω ανάγκη να θυμάμαι μετά από χρόνια αυτή τη φωνή, τη δικιά μου φωνή που απορεί για την Ελλάδα που φτιάχνουμε. Κάθε μέρα και χειρότερα. Κάθε μέρα και πιο κάτω. Για τον σκατόκοσμο που πασχίζουμε να παραδώσουμε και παραπέρα. Τόση τέχνη, τόσα βιβλία, τόσοι Σβάιτσερ, τόσοι Φραγκίσκοι της Ασίζης, τόσοι Χατζιδάκιδες, τόσες Βιρτζίνιες Γουλφ και τίποτα δεν έχουμε καταφέρει. Όλα χαμένα. Φουσκωμένα σβαστικοφόρα τέρατα τα ποδοπατάν κάτω απ' τις μπότες τους κι ως κοινωνία σιωπούμε. Μουγγοί καταλήγουμε εμείς οι φωνακλάδες της εξέδρας και του σαλονιού μας.

Αηδιάζω. Αλήθεια αηδιάζω. Πρώτα αυτό και μετά ντρέπομαι.


Υγ. Μέρος του κειμένου είχε ξαναδημοσιευτεί στο Fridge.gr σε παλιότερες σκέψεις μου για την ομοφοβία. (εδώ)

Monday, August 25, 2014

Πρόσεξε τη στίξη!

Η στίξη θα διαλέξει. Μια τελεία θα αποφασίσει. Ένα κόμμα θα ορίσει. Μη γελάς. Βράδια που υποφέρω εννοώ τις λέξεις μου. Η θέση έχει σημασία. Όχι μόνο η δικιά μου και η δικιά σου στο χώρο αλλά και του τελευταίου σημείου αυτού. Αν το δεις από ψηλά και σε βάθος χρόνου, η θέση αυτών των  σημείων εξαρτά εν τέλει και τη δικιά μας θέση. Γι' αυτό σου λέω: απόψε μη γελάς. Spooning το σώμα σου με τη θλίψη μου. Spooning το σώμα σου με το σώμα μου. Χαλάρωσε και κοίτα τι μπορεί να κάνει ένα σημείο στίξης.

"Θα πεθάνω μακριά σου". Δεν αντέχω. Αρκετά. Αρκετά το όχι εδώ. Αρκετά το εδώ μόνος. Αρκετά αυτός ο Αύγουστος, αυτό το καλοκαίρι, αυτός ο χρόνος. Μικρός, λίγος, με παρορμητισμό δεκαπεντάχρονου, πες ό,τι θες. Πιο ώριμη εσύ, δίκιο θα 'χεις. Η αλήθεια μου όμως είναι αυτή: θα πεθάνω μακριά σου. Χαζεύω εικόνες σου, ακούω μουσικές σου, ψάχνω τη φωνή σου, παίρνω βιταμίνες να βοηθήσω τη μνήμη μου να επαναφέρει μυρωδιές. Δε γίνεται τίποτα. Καμιά προσομοίωση δε με βοηθάει, με κανένα ξόανο δε θα προσεγγίσω το θεό μου. Θεά μου. Ας γίνει κάτι. Ας γίνει κάτι. Στο λέω: θα πεθάνω μακριά σου.

"Θα πεθάνω. Μακριά σου". Είναι η απόσταση. Κι είναι ο καιρός, ο χρόνος. Κι είναι που μεγαλώνουμε και θα μεγαλώνουμε και θα μεγαλώνουμε. Και θα μένει η απόσταση και θα κυλάει ο χρόνος και θα 'μαστε μακριά. Βράδια απογοήτευσης τέτοια σκέφτομαι. Πουθενά φως. Καμιά λύση, κανενός, κανένα βήμα προς την κοινή πλευρά. Βράδια θλίψης τέτοια με τρων. Δέκα χιλιόμετρα, πεντακόσια χιλιόμετρα, δυο άστρα μακριά, τόσο είναι, τόσο θα μένει. Κι οι Αύγουστοι θα γίνονται Νοέμβρηδες, και τα Φθινόπωρα Άνοιξες κι εμείς όχι εμείς. Εμείς εγώ κι εσύ. Εδώ κι εκεί. Και το σκέφτομαι. Έντονα. Μια μέρα θα πεθάνω. Μακριά σου.

Saturday, August 23, 2014

Για άλλα θα 'λεγα!


Θα 'θελα να γράψω για το μπλε, το γαλάζιο, το πράσινο, το γκρι, το σταχτύ∙ της θάλασσας βέβαια. Θα 'θελα να πω για τους ήχους της, τη βοή της στις σπηλιές των βράχων, το μούγκρισμά της στη φουρτούνα και το "δεν έχω αντίσταση"- μαύλισμα στην ησυχία της. Θα 'θελα να γράψω για το αφραντάριασμά της, τα λευκά ξύσματα στο χαρτί της, τις άσπρες ζάρες στο βιαστικά στρωμένο σεντόνι της. Θα 'θελα να πω για κύματα, για αλμύρα, για οξυγόνο που χαρίζει στον πλανήτη, για ψάρια, για αρχή της ζωής και κοινή καταγωγή, για γλάρους και πρόστυχα φλερτ της με το μαΐστρο. Καιρός που είναι, καλοκαίρι που έρχεται, στον τόπο που ζούμε, κρίμα είναι να σπαταλάμε τις λέξεις μας μακριά απ' τα θήτα και τα λάμδα της.

Θα 'θελα να ψάξω σκιές και δροσιά κάτω από δέντρα. Ελιές να ζωγραφίσω στα περιθώρια του κειμένου μου και μυρωδιά από πεύκο στον καύσωνα. Ξέρεις; Λένε η όσφρηση είναι η αγαπημένη κόρη της μνήμης. Κι οι δικές μου θύμησες είναι γεμάτες πευκοδάσος και τσακισμένες βελόνες κάτω από μαύρα σταράκια. Θα 'θελα να αφηγηθώ βόλτες σε αγροτικούς δρόμους και το σούρουπο συναυλίες γρύλλων σε χορταριασμένα χωράφια. Να πω για τη θέα απ' το βουνό και ηλιοβασιλέματα που τα κάνουν όλα κόκκινα, που ματώνουν αναίμακτα φτιάχνοντας πραγματικότητες μεν, λεκτικά και λογικά παράδοξα δε. Του Ιουνίου τα κείμενα ζητάν επιτακτικά διάθεση καλοκαιριού και χαλάρωμα στη σκέψη και τις ιδέες. Έλα μου όμως που ζούμε σε μέρες άσχημες, σε μέρες που χωλαίνουν την κανονικότητα του χρόνου! Έλα μου που δε γίνεται να γράψω γι' αυτά!

Η Χρυσή Αυγή μεγαλώνει τα ποσοστά της. Μέρα τη μέρα και κάποιος από εμάς, απ' τους δίπλα μας, από αυτούς που έχουμε μιλήσει, έχουμε συναντήσει κάπου, γίνεται ψηφοφόρος της. Και δεν το κάνει από αντίδραση. Όχι καλοί μου. Όχι πλέον. Τώρα δεν υπάρχουν οι παραπλανημένοι. Τώρα όλοι γνωρίζουμε. Μια ακροδεξιά ναζιστική ομάδα τύπων που έχουν ως βάση της ιδεολογίας τους το καθολικό μίσος δυναμώνει στην κοινωνία μας, στη χώρα μας, στο νησί μας, στο χωριό μας. Μια δράκα αφασικών επικίνδυνων κουναβιών χαράζει πρόσωπα, τρομοκρατεί, χτυπάει με καδρόνια, μαχαιρώνει, σκοτώνει. Δεν είναι ιδεολογική πια η διαφορά μας μαζί τους, έχουμε ξεφύγει από εκεί. Πλέον μιλάμε με όρους ζωής και μιλάν με πράξεις θανάτου. Κι αυτό το 10% σήμερα, το 15% αύριο τους δίνει άλλη δυναμική. Είναι εύκολα κατανοητό, το βλέπουμε, το νιώθουμε, μας πονάει. Δε φτάνει να παλεύουν δέκα για το φως, αρκεί ένας να θέλει σκοτάδι για να χαλάσει όλη την εικόνα.


Και; Τι κάνουμε; Αφού από επιλογή κι όχι από άγνοια ή από διαμαρτυρία είναι εκεί, τι κάνουμε; Πώς αντιμετωπίζει ο άνθρωπος στην ιστορία του τις ορδές αυτών που προσπαθούν να αποδομήσουν όρους όπως "πολιτισμός", "αλληλεγγύη", "παιδείας κτήσεις"; Πώς φέρεσαι σε εκείνους που ξεθάβουν νεαντερντάλια ένστικτα γλείφοντας το αίμα απ' τα πρωτόγονα τσεκούρια τους; Σίγουρα όχι μιλώντας μαζί τους. Δεν διαλέγεσαι με τη βλακεία γιατί έτσι γίνεσαι κι εσύ βλάκας. Σίγουρα όχι πολεμώντας μαζί τους. Δεν τους πηγαίνεις σε μάχη που δίνει πάτημα στις δικές τους άλογες πρακτικές. Όχι. Σίγουρα όχι. Αν θες νίκη σε τέτοιους αγώνες ψάχνεις σε άλλα οπλοστάσια. Τραβάς βέλη από διαφορετικές, ξέχωρες φαρέτρες. Αγαπάς. Πρώτα αυτό. Αγαπάς τον καθέναν γύρω σου και δίπλα σου. Δεν υπάρχει χρώμα, φυλή, άλλη θρησκεία, άλλες παραδόσεις, άλλα γεωγραφικά στίγματα. Υπάρχει ο άνθρωπος και σ' αυτόν εστιάζεις. Φτιάχνεις συλλογικότητες, συζητάς, βοηθάς, χωρίς ιδιοτέλεια βοηθάς. Μιλάς στα παιδιά. Από πολύ μικρά. Τα ενημερώνεις, να ξέρουν. Τους δίνεις την παιδεία, βγαίνουν στο δάσος, να μπορούν να αναγνωρίσουν το κτήνος. Και διαβάζεις. Κατεβάζεις απ' τα ράφια αφημένα χρόνια βιβλία και τα πιάνεις απ' την αρχή.  Ο φασισμός αλλά και όλα τα άσχημα του ανθρώπου χωρίς το εύ-μορφο των λέξεων δε νικώνται!

Saturday, July 26, 2014

81 μέρες!

81 μέρες. 80 νύχτες. Το μικρούλι είναι πλέον σπίτι. Το νοσοκομείο, η εντατική, η αναμονή, οι τακτές ώρες, το ασανσέρ της διάθεσης μένουν πίσω. Περίεργη μέρα. Μπορώ να πω απ' τις πιο χαρούμενες της ζωής μου. "Και γιατί έκλαψες;", θα μου πεις. "81 μέρες, σε καλά και άσχημα, δεν το 'κανες. Γιατί σήμερα"; Δε θες απάντηση, έτσι;

81μέρες. 80 νύχτες. Εκεί. Να ξέρω, να βλέπω: δίπλα μου πονάτε περισσότερο, δίπλα μου υποφέρετε παραπάνω, δίπλα μου αγωνιάτε διπλά. Έτσι γίνεται, έτσι πρέπει να γίνεται. Κι εγώ; Εκεί. Έτσι έκανα. Έτσι ήθελα να κάνω. Στη σκέψη μου ήταν η ανάγκη του βλέμματος. Να το εξηγήσω καλύτερα; Δεν ξέρω αν μπορώ. Ας πούμε στο άνοιγμα της πόρτας ήθελα να υπάρχει ένα βλέμμα ως ανάγκη μοιράσματος. Πόνου ή χαράς.

81 μέρες. 80 νύχτες. Κι η μικρή φατσούλα μόνο από φωτογραφίες. Ήταν εκεί όμως. Λίγα μέτρα πιο μέσα. Την ένιωθα. Ήξερα ήταν εκεί. Μιλούσα γι' αυτήν με άγνωστα πρόσωπα, με ανθρώπους που δεν πρόσεχα καν τα περιγράμματά τους και το 'κανα σαν και να την ήξερα χρόνια, σαν και να ήταν η συνέχεια κάποιων αφηγήσεών μου. Των πιο όμορφων εννοώ. Δεν ξέρω τι πιστεύεις για την τηλεπάθεια, την από απόσταση επικοινωνία ρε παιδί μου, αλλά μου ήταν τόσο έντονο κάτι φορές, κάτι βράδια κυρίως, ότι αυτά που της έλεγα τα άκουγε, ότι αυτά που σκεφτόμουν, ως απάντηση τα φώτιζε, τα διόρθωνε, τα ομόρφαινε.

81 μέρες. 80 νύχτες. "Σήμερα αρχίζει η καινούρια μας ζωή με την μπεμπούλα μας", λες. Έτσι είναι. Κάποιοι ζούμε μία, δύο, τρεις ζωές... Εσείς ζήσατε 81 και τώρα πάτε παρακάτω. Κάντε το όμορφα.

Tuesday, July 15, 2014

Η αξία ορισμένων λέξεων. Ή κάτι τέτοιο...

"Στη σχολή δημοσιογραφίας λένε ότι τα κείμενα με παιδιά, σκυλιά και πηγάδια πουλάνε. Όχι από μόνα τους. Σε συνδυασμό". Δηλαδή, τι εννοείς; Πρώτα, τι εννοείς με τον συνδυασμό; Ένα κείμενο για ένα σκυλί που έφαγε ένα πηγάδι θα μαζέψει κόσμο; Ένα άλλο με ένα παιδί, που νόμιζε ότι είναι σκύλος, θα φτιάξει ουρές κάτω απ' το ποστ μου; Ή μήπως ο συνδυασμός πρέπει να είναι και των τριών; Ας πούμε, ένα παιδί κι ένα πηγάδι αγαπήθηκαν στο αρχικό τους πι, πήραν κουμπάρο ένα ρο (έναν κουβά γεμάτον με νεΡΟ, ίσως) κι έκαναν γάμο με παπά το σκύλο. Αυτό; Αυτό λες θα πουλήσει; Να συνεχίσω τις ερωτήσεις; Σε ποιον; Σε ποιον θα εξαντλήσει τις ικανότητές του για παζάρι, για πάρε-δώσε αγοραίο, πώς θα κρατήσει την τιμή του, την αξία του βασικά ώστε να συνδιαλλαγεί με όρους που αυτό θα θέτει; Μπορεί ένα τέτοιο κείμενο να το κάνει; Αυτό λες; Για αυτό μου μιλάς; Ότι ετούτες οι τρεις λέξεις μπορούν να οπλίσουν την άμυνα μιας πρότασης, μιας φράσης, ενός βιβλίου ολόκληρου; Ότι μπορούν να τη στολίσουν σαν σε γιορτή και να ανοίξουν τις πύλες της να υποδεχτεί χιλιάδες εκδρομείς και τουρίστες και θεατές των θεαμάτων της; Μα τι λέξεις είναι αυτές κι εμένα γιατί μου ξέφευγε τόσα χρόνια η μαγεία της πλάτης τους, η κρυμμένη ελκυστικότητά τους; Πάντα ανφάς τις κοιτούσα;

Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως... Ίσως απ' την άλλη όμως, να είναι που είχα εστιάσει σε άλλες λέξεις. Που πόνταρα το πορτοφόλι μου σε προϊόντα όπως η θάλασσα, το αλάτι, το κόκκινο χρώμα και η βροχή... Ναι, και η βροχή. Γιατί; Δε σου φαίνεται και τόσο εμπορική; Ή δε διαφωνείς σε αυτό; Τι λες; Δε σ' ακούω! Μίλα πιο δυνατά!

-Κάπου εκεί στη βροχή είμαι, να ξέρεις...

Thursday, June 19, 2014

Είναι αργά. Όλο και πιο αργά.

"Si sta facendo sempre piu tardi"...
                    (Αντόνιο Ταμπούκι)



Είναι αργά. Όλο και πιο αργά. Πρώτα για να σωθώ. Απ' τα βασικά ξεκινάω για να θέσω ξεκάθαρα τους όρους ετούτου του κειμένου. Δε θα στείλω SOS, δεν έχω πομπό. Όσο πάει το σκάφος μου θα το πάω. Όσο αντέχει την τρικυμία θα αντέχω μαζί του. Δεν ξέρεις, εγκαταλείπω θα πεις. Κάντο. Δε θα 'μαι εκεί για να το ακούσω, για να αντιπαρέλθει το κορμί μου κι οι πληγές του τις λέξεις σου. Υπό αυτή την έννοια, ναι, εγκαταλείπω. Είναι αργά. Όλο και πιο αργά. Η ήττα μου έχει σφραγιστεί. Έχασα από δικά μου λάθη ένα παιχνίδι που εξελισσόταν σε σόου. Δεν έχει επαναληπτικό. Νοκ άουτ ήταν το ματς. Κλάμα, βαλίτσες κι επιστροφή στην έδρα μου. Όχι για σχεδιασμό της επόμενης χρονιάς. Για κατάθεση δελτίων κι αποχώρηση απ' το άθλημα. Είναι αργά. Όλο και πιο αργά. Καμιά συζήτηση δεν μπορεί να ανακαλύψει καινούριες λέξεις. Αυτές είχαμε, αυτές έχουμε, αναπόφευκτα πάλι αυτές θα χρησιμοποιήσουμε. Να τις βάλουμε σε καινούρια σειρά; Να παίζει λες ρόλο ο τρόπος που θα χρησιμοποιηθούν τα ίδια κομμάτια lego; Ίσως, αν νόημα έχουν τα σχήματα. Έχουν όμως; Είναι αργά. Όλο και πιο αργά. Για το μυαλό. Κυρίως για αυτό. Γιατί όλα εκεί είναι. Γιατί εκεί δουλεύουν τα black & decker των διαβόλων. Και πίστεψέ με, δε βρέθηκε άνθρωπος να τα βγάλει απ' την πρίζα.

Sunday, June 15, 2014

Με τι απώλειες αυτή τη φορά;

-Τι ζώδιο είσαι; Α, καρκίνος; Του νερού. Γι' αυτό και σε κάνει κάθε φορά έτσι η πανσέληνος!

"Τι λες κυρία μου; Τι σχέση έχει το ζώδιό μου με το πώς νιώθω τώρα; Αλλού, αλλού γίνεται η σύνδεσή μας με το φεγγάρι. Ένα fiction προαιώνιο δέσιμο, ίσως απ' το υλικό του να είμαστε πλασμένοι. Κάθε που γεμίζει αδειάζει από εμάς. Μας παίρνει, ρε παιδί μου, εσύ δεν το καταλαβαίνεις; Ας πούμε, ανάσες έχεις τις ίδιες; Αυτό το πηγαινέλα οξυγόνου στα πνευμόνια σου  νιώθεις ότι ακολουθάει τους ίδιους δρόμους; Ε, σε μένα απόψε έχει πάρει τα χειρότερα μονοπάτια. Κακοτράχαλα, μ' αγκάθια και πέτρες σπαρμένα. Κι είν' ξυπόλυτο. Εμ φτάνει δύσκολα, εμ και ματωμένο. Και το στομάχι. Κυρίως αυτό. Ένα πιάσιμο, ένα δάγκωμα, ένα μάγκωμα. Την καλύτερή της λαβή η πανσέληνος εκεί την κάνει. Έτσι με λυγίζει. Μ' αυτό τον πόνο με στέλνει ανάσκελα στο καναβάτσο. 
Κυρία μου, εστιάζεις στο λάθος ένοχο. Φτιάχνεις θύμα για να εξιλεώσεις μια εγγενή μου αδυναμία. Μην το κάνεις. Δεν το έχω ανάγκη. Μη με βλέπεις έτσι, μη με νομίζεις απροστάτευτο σε αισθήματα κι αποφάσεις, σε σιωπές και θυμούς. Αδυναμία είπαμε, όχι ανημπόρια. Άσε τα ζώδια στην άκρη. Γεννήθηκα Ιούλιο κι έχει τόση σημασία όση η ασχήμια των λέξεών μου σε ετούτο το κείμενο: καμία. Εδώ απλά ξεκαθαρίζουμε το τοπίο. Μιλάμε για την πανσέληνο και θυμίζουμε ότι τέτοια βράδια έχω θέμα. Βγάζω κακό χαρακτήρα απ' τη μια και μου αντιγυρίζουν άσχημες καλησπέρες απ' την άλλη. Θα περάσει, δε λέω. Κάθε φορά περνάει. Ως τότε όμως και δάκρυα θα έχει και σε ένα μη αναστρέψιμα μαύρο αύριο θα ποντάρω και ίσως ανθρώπους να χάσω. Τρομάζω λίγο..."

-Ναι, μπορεί και να φταίει αυτό. Μπορεί και όχι όμως.
-Και δηλαδή, σε ένα μήνα πάλι τα ίδια θα έχεις; Πάλι στους φόβους;
-Α, όχι. Τότε όχι. Τότε αποκλείεται. Τότε θα είναι Ιούλιος!
-Και; Τι με αυτό; Τι εννοείς;
-Τίποτα δεν εννοώ. Αυτό. Από μόνο του λύπη αυτοάνοση. Τότε θα είναι Ιούλιος!

Wednesday, June 11, 2014

Δεν είμαι αυτά τ' αγόρια...

"Και για τον κόσμο που μισείς δεν είμαι άλλος
και για τον κόσμο που αγαπάς δεν είμαι αυτός."
                                          (Μάνος Ελευθερίου)


Έτσι. Έτσι ακριβώς. Είμαι τα αγόρια που αδιαφόρησαν για την άνω τελεία που σε ενθουσίασε. Είμαι τα αγόρια που δε χάρηκαν τη χαρά σου, που σνόμπαραν αφελώς, στην ανωριμότητά τους, την κραυγή ευτυχίας σου για το ελάχιστο, τη μια στιγμή της μέρας. Είμαι τα αγόρια που χτύπησαν την πόρτα με δύναμη στην κυκλοθυμία σου, που αρνήθηκαν την παρατήρησή σου, που έστειλαν βλέμμα φαρμάκι στην υψωμένη φωνή σου. Είμαι τα αγόρια που τους άρεσαν οι ατάλαντες τριγύρω, που άφησαν ασχολίαστο το εξαιρετικό στο ντύσιμό σου, το ερωτικό στο περπάτημά σου. Είμαι τα αγόρια που δε σου έκαναν ωραίο έρωτα, που δεν σου ξύπνησαν όσα μέσα σου κοιμόνταν, που δεν ήξεραν πότε και πώς να δώσουν το ένα φιλί που χρειαζόσουν. Είμαι τα αγόρια του κόσμου που μισείς.

Έτσι. Έτσι ακριβώς. Δεν είμαι τα αγόρια που έψαξαν μουσικές γιατί τους είπες ότι σου άρεσαν. Δεν είμαι τα αγόρια που σου πήραν βιβλία προσέχοντας το βλέμμα-χάδι που άφησες σε κάποια βιτρίνα. Δεν είμαι τα αγόρια που δεν τα κατάπιε η εμφανισιακή παραίτηση της σχέσης. Δεν είμαι τα αγόρια που πήγαν τις διακοπές που ήθελες, που έστησαν τη σκηνή που διάλεξες, που κολύμπησαν στη θάλασσα που αγαπούσες. Δεν είμαι τα αγόρια που έβαλαν το χέρι τους κάτω απ' τη φούστα σου όταν μίλησες για ωκεανούς και αλμυρούς ιλίγγους, που κατέβασαν το παντελόνι σου ανασύροντας ουρλιαχτά που ζητούσες να ανασυρθούν. Δεν είμαι τα αγόρια του κόσμου που αγαπάς.

Friday, May 30, 2014

Τι θα 'λεγαν οι γέροντες;*

1905, το μοναστήρι της Φανερωμένης


«Άνθρωπος του μόχθου». Φράση συναγερμός για τα επικοινωνούντα με το συναίσθημα κύτταρά μου. Φράση ναύαρχος σε επιθεώρηση για τη ναυτική βάση που υπηρετούν οι τρίχες των χεριών μου. Φράση ζεστή, γλυκιά, οικεία όσο η μυρωδιά από χώμα των χεριών και των ρούχων του παππού μου.
Ο παππούς μου, άνθρωπος της γης, σε όλη του τη ζωή ασχολήθηκε μαζί της. Χωρίς μηχανήματα, χωρίς τρακτέρ. Ποτέ. Με τα χέρια. Την έσκαβε, την όργωνε, την έσπερνε, την καλλιεργούσε, την τρυγούσε. Τη χάιδευε, την έβριζε, την έφτυνε, τη φιλούσε, τη βλαστημούσε, την κατουρούσε, την αγαπούσε, ξάπλωνε πάνω της. Έπαιρνε πλαγιές χέρσες, σκληρές κι απάτητες για δεκαετίες, ναρκοθετημένες βράχια άσπαστα αιώνων και τους άλλαζε όψη. Τις άφηνε χωράφια έτοιμα να παραδώσουν καρπό, χωράφια καμάρι της θεάς Δήμητρας. Αν πολιτισμός είναι το σημάδι που με αίσθημα και λογική αφήνουμε στον κόσμο, τότε τα σημάδια του παππού μου στη γη είναι (και) η δικιά μου πολιτιστική κληρονομιά.

Να το γενικεύσω τώρα, να φύγω απ’ τα δικά μου. Ας πάμε σε επίπεδο χώρας. Πόσοι γέροντες, πόσοι σοφοί άνθρωποι του μόχθου πέρασαν απ' τα χωριά ετούτης της γης που κλείνεται στα δικά μας γεωγραφικά όρια; Τι κόσμο μας παρέδωσαν; Τι κόσμο παρέδωσαν στους γονείς μας, τι είναι αυτός που παραλάβαμε εμείς και τι αυτός που ετοιμαζόμαστε να αλλάξουμε ως σκυτάλη με τους επόμενους; Δε θυμόμαστε; Δεν έχουμε ζώσες μνήμες ενός άλλου τοπίου; Ας ψάξουμε τότε. Ας ξεφυλλίσουμε παλιές εφημερίδες, ας βρούμε ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ας διαβάσουμε μαρτυρίες, ας χαθούμε λίγο στην ταξιδιωτική λογοτεχνία των τελευταίων αιώνων. Ας ταρακουνήσουμε τα στάνταρ της κιτσομπαρόκ αισθητικής μας. Δεν είναι, δεν ήταν ποτέ ο κόσμος τσιμέντο και πλαστικό και αυτοκίνητα. Δεν ήταν ποτέ ο κόσμος μια ασθμαίνουσα προσπάθεια επιβίωσης μέσω της διαρκούς κατανάλωσης. Ξενίζουν οι λέξεις μου; Γιατί; Μοιάζουν φορέματα άλλης εποχής; Ξεπερασμένες ιδέες ενός κόσμου που προχωράει μπροστά; Ίσως. Ίσως πάλι όχι. Ίσως ο δρόμος μας μπροστά να καταλήγει σε γκρεμό!

Να το εξειδικεύσω όμως πάλι, επιστροφή σε εμάς. Ζούμε σε ένα ωραίο μέρος. Θα ήθελα να μπορώ να πω ότι «ζούμε σε ένα ωραίο χωριό». Δεν το λέω. Η δικιά μου οπτική τουλάχιστον, δε μου το επιτρέπει. Αρκούμαστε να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως «πέρασμα». Επιζητούμε απ’ τους άλλους να μας δουν ως «στάση». Μα αλήθεια, τι πλάσματα μπορεί να είμαστε αν ευτυχούμε με όρους τροχαίας;

Θέλετε να κάνετε μιαν υπέρβαση του νου, της λογικής; Μαζέψτε στην πλατεία του χωριού όλους τους γέροντες και τις γριές που έφυγαν τα τελευταία εκατό χρόνια. Σκεφτείτε τους εκεί μετά από μια βόλτα, από μια ξενάγηση σε ό,τι καινούριο έχουμε φτιάξει, αφού τους πήγαμε στο βουνό, στις παραλίες, σε όλες τις γειτονιές και τέλος πάνω, στον κεντρικό δρόμο. Σκεφτείτε τους εκεί κι εσάς μπροστά τους και κάντε τους δυο ερωτήσεις: «Σας άρεσε αυτό που είδατε; Θα θέλατε να ζήσετε εδώ;» Δε θα απαντήσω εγώ γι’ αυτούς. Εγώ θα αντιστρέψω την εικόνα και θα απαντήσω στην ερώτηση του παππού μου για το δικό του χωριό, για τη δική του εποχή: Ναι, μου αρέσει αυτό που απ’ τις αφηγήσεις ξέρω, αυτό που απ’ τις φωτογραφίες έχω δει. Ναι, θα ήθελα να ζω εκεί!



*Είμαι απ' τη Λευκάδα. Το χωριό μου είναι δέκα λεπτά μακριά απ' την πόλη κι η εξέλιξή του στο χρόνο είναι όπως αυτή των περισσότερων τόπων της χώρας μας που από καθαρά αγροτικές κοινωνίες έγιναν κάποια στιγμή καθαρά τουριστικές κοινωνίες... Δεν είμαι εγώ που θα κρίνω συλλογικές επιλογές, λέω απλά ότι θα μπορούσαν να είχαν γίνει όχι αλόγιστα αλλά με σκέψη και σχεδιασμό.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο έντυπο του χωριού.

Wednesday, May 28, 2014

Δεν είν' ο κόσμος μου αυτός!



Δεν είναι θέμα παραίτησης. Δεν είναι ότι σηκώνω τους ώμους αδιάφορα, ότι δεν είμαι εγώ από εδώ, ότι δεν είναι αυτός ο πλανήτης, οι άνθρωποι, ο πολιτισμός που θέλω. Δεν είναι θέμα αδιαφορίας. Δεν είναι ότι λέω ας κάνουν ό,τι θέλουν, ότι καρφί δε μου καίγεται, ότι εγώ είμαι εγώ κι έξω από εμένα στάχτη και κόλαση. Δεν είναι θέμα μοιρολατρίας. Δεν είναι ότι κοιτάζω παγωμένος απ’ τη γωνία μου τα γεγονότα να έρχονται, την ιστορία να γράφεται, το άσχημο να νικάει και λέω «αφού θα γίνει, τι μπορώ να κάνω;» και δεν κάνω τίποτα. Όχι, άλλο είναι.
Δεν είναι γεωγραφικό το πρόβλημα. Ουκρανία, Βοσνία, Ισπανία, Αίγυπτος, Ελλάδα, Συρία, Κατάρ, ΗΠΑ, Ελβετία, Νιγηρία, Κολομβία, Μεξικό... Δεν έχει τέλος ο κατάλογος με τις ματωμένες –ή μαύρες- πινέζες πάνω στο χάρτη. Δε θέλω να προσδιοριστώ εθνικά για να βγάλω την άρνηση απ’ τον τίτλο μου. Δεν ψάχνω σύνορα και φυλάκια και τελωνεία και διαβατήρια. Δεν είναι επίσης, σίγουρα, ιστορικό το πρόβλημα. Έχω ρίζες μεν, που μου ‘μαθαν όμως να μην κρατιέμαι εξαιτίας τους. Αντίθετα, να απλώνομαι, να μεγαλώνω τον όγκο του φυλλώματός μου, της ζωής μου δηλαδή. Να φεύγω, να ψάχνω, να ταξιδεύω, να γίνομαι ένα με άλλα χώματα, με άλλα νερά. Όχι, άλλο είναι.

Είναι που κάθε μέρα βλέπω πιο έντονη τη μαζική αποκτήνωση του ανθρώπου. Είναι που όροι όπως αγορά, εγχρήματη συναλλαγή, κέρδος, έθνος, βαρβαρότητα, διάκριση, ατομισμός, ιδιοτέλεια, φανατισμός, γλίτσα, κυριαρχούν στις ζωές μας. Είναι που πονάω στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του βλάκα και δε νιώθω αυτός ο πόνος να διαμοιράζεται –όπως θα όφειλε- στην πλειοψηφία της κοινωνίας. Είναι που δεν αντέχω τους θανάτους, που δεν αντέχω τη βία και που δεν αντέχω και αυτούς που αντέχουν και τους θανάτους και τη βία. Αυτούς που κρατάνε τα καρφιά τους άκαα στους φράχτες που έχουν περικυκλώσει τη φαιόχρωμη αφασία τους.



*Το κείμενο είναι του Φλεβάρη του 2014 κι είχε δημοσιευτεί στο Fridge.gr! Κάθε μέρα ωστόσο μου είναι πιο επίκαιρο. Κάθε μέρα μου βγαίνει περισσότερο αυτή η ανάγκη να αρνηθώ τον κόσμο που φτιάχνουμε γύρω μας!

Monday, May 19, 2014

Ο φασισμός που μεγαλώνει. Ο φασισμός μας!

440.000 χιλιάδες από εμάς συμπορευόμαστε με ένα κομματικό μόρφωμα που προτείνει την προσβολή της Συνθήκης της Γενεύης και την τοποθέτηση ναρκών κατά προσωπικού στα σύνορα. 440.000 από εμάς βλέπουμε έναν Πακιστανό, έναν Αλβανό, έναν Αφγανό, Αφρικανό, οποιονδήποτε μετανάστη και τον σκεφτόμαστε με κομμένα χέρια, ματωμένο πρόσωπο, σακατεμένα πόδια, σπασμένο κεφάλι, άψυχο. 440.000 από εμάς έχουμε στο σπίτι μας γκλοπ και σιδηρολοστούς, ρόπαλα και σιδερογροθιές, μαχαίρια και άλλα πολεμικά αντικείμενα με σκοπό όχι τη διακόσμηση αλλά την –σε πρώτη ευκαιρία- χρήση τους.
Ο πολιτισμός μας σταματάει εκεί που το χρώμα του δέρματος αλλάζει. Έχει σύνορο εκεί που οι γλωσσικοί φθόγγοι δε συνταιριάζουν με αυτούς που κατά μια –διαστρεβλωμένη έννοια- ακούγονται σε αυτό τον γεωγραφικό τόπο μερικές χιλιάδες χρόνια τώρα. Υψώνει τείχος μπροστά σε οτιδήποτε δεν είναι πολύ αντρικό, πολύ οικογενειακό, πολύ εθνικό, πολύ νταβραντισμένο, πολύ αμόρφωτο! Ο πολιτισμός μας είναι straight, body builder, ναζί και Έλληνας!
Η Χρυσή Αυγή μπήκε στη βουλή. Και δεν είναι αστείο. Δεν είναι καν κακόγουστο, όπως προσπαθήσαμε να το ερμηνεύσουμε απαλύνοντας την ντροπή που μέχρι το τελευταίο μόριο ύλης μας νιώθουμε. Δεν είναι μια φάρσα που στήσαμε σε πολιτικούς που ως τώρα ευτέλιζαν την αξιοπρέπειά μας. Είχαμε άλλο τρόπο γι’ αυτό. Είναι πράξη συνειδητή σχεδόν μισού εκατομμυρίου συμπατριωτών μας. Είναι εντολή σχεδόν μισού εκατομμυρίου από εμάς προς ένα σωρό αγελαία ζώα, να μπουν στα έδρανα που προσπαθεί να ασκηθεί η δημοκρατία και να τα κάνουν όλα στάβλο. Να καταλύσουν εν τέλει –γιατί αυτός είναι ο ιδεολογικός τους στόχος- με οποιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε κόστος, αυτό που τους έδωσε το δικαίωμα να περιφέρουν το φαιδρό τους ανάμεσά μας: το πολίτευμα.
Ο Νίκος Μιχαλολιάκος αποτέλεσε έμπνευση για έναν στους δέκα από όσους πήγαν να ψηφίσουν. Ανάμεσα σε εμένα και εννιά φίλους μου, εννιά συγγενείς, εννιά γνωστούς, ένας μας γοητεύτηκε απ’ τη χιτλερική ρητορεία και τις ναζιστικές πρακτικές ενός επικίνδυνου ανθρωποειδούς. Ένας μας κρυφοκοίταξε στα φιλμάκια με τις ειδεχθέστερες στιγμές της ανθρωπότητας και δεν σιχάθηκε. Ένας μας θυμήθηκε πράξεις της νεότερης ιστορίας, έβαλε πινέζες στα Άουσβιτς των χαρτών του και δε ρίγησε και δε φοβήθηκε!
Η Χρυσή Αυγή δεν είναι UFO που έπεσε απ’ τον ουρανό. Το 0.3 των προηγούμενων εκλογών δεν έγινε 6.8 μέσα σε ένα βράδυ. Είναι «παιδί» της κοινωνίας που φτιάχνουμε εδώ και μερικά χρόνια. Είναι μπάσταρδο των φοβικών ΜΜΕ, των φοβολάγνων οικογενειαρχών του καναπέ, των συναγερμών, των –με γεωμετρική πρόοδο αυξανόμενων- εταιριών σεκιούριτι, των χρημάτων που δε φτάνουν για την αξιοπρεπή επιβίωση, της αναζήτησης ενόχων για την κοινωνική μας κατρακύλα, της ολοένα και πιο λειψής μας παιδείας.
Μπορεί ένα ποσοστό από μόνο του, δυο απλά νούμερα με δυο σημαδάκια να φοβίζουν; Ναι, μπορούν. Η απάντησή μου είναι κατηγορηματική. Με τρομάζουν κι αυτός είναι λόγος να σηκωθώ, να ψάξω και να βρω τρόπους να ηρεμήσω. Να σκεφτώ πως βγήκαν τα σκουλήκια απ’ τη λάσπη και πώς θα τα στείλω πάλι εκεί. Τι πρέπει να ξανακάνω, σε ποιες συζητήσεις να επιστρέψω, ποιο κουμπί πρέπει να ξαναπατήσω για να κλείσει η τηλεόραση, ποια βιβλία να κατεβάσω πάλι απ’ τα ψηλά ράφια, ποια οράματα να ξαναδελεάσουν τις παρέες μου για να στείλουν τις μέρες μας πάλι μακριά από φαιόχρωμες σκοτεινιές. Την έγερση ζήτησαν, μα και να ‘ξεραν πόσο ελάχιστοι θα μοιάζουν, μέσα στα φουσκωτά τους μπράτσα, όταν σηκωθούμε πάνω!



*Το κείμενο είχε γραφτεί δυο χρόνια πριν, αμέσως μετά τις πρώτες εθνικές εκλογές του Μάη του 2012. Δεν άλλαξαν και πολλά από τότε. Τα νούμερα μόνο. Σχεδόν διπλασιάστηκαν οι φασίστες ανάμεσά μας...

Saturday, May 17, 2014

Όσοι τρών' απ' τα σκουπίδια...



Ταρακούνησέ με πάλι Παύλο. Ξεφτίλισε το παρόν μου. Μη μ' αφήνεις να περνάω το πρωί ανέμελος μπρος απ' τους ανθρώπους που ψάχνουν στους κάδους. Ξεφτίλισέ με σου λέω. Όσα μου αξίζουν δώσ' τα μου στη μούρη. Τρίψ' τα μου στη σιγουριά μου ότι με δυο-τρία κειμενάκια και τη βοήθεια σε πέντ'-έξι ανθρώπους κάνω το χρέος μου. Βάλε μουσική στην άθλια υποκρισία μου. Κάνε με να σιχαθώ τον καθρέφτη μου για κάθε ρυτίδα που προσπάθησα να καλύψω, για κάθε άσπρη τρίχα που νόμισα με ασχήμιζε. Αλλού το δύσμορφό μου, φωταγώγησέ το μου! Φτάσαμε τη γειτονιά μας, τη χώρα μας, τον κόσμο μας εκεί που ο ανθρωπισμός αποστρέφεται την ίδια του τη ρίζα, κι όμως... Κι όμως επιμένω να δηλώνω και άνθρωπος και αριστερός και ευαίσθητος. Αηδία. Μέλος μιας κοινωνίας που καλλιεργεί συμπεριφορές που όζουν, δεν μπορώ παρά να είμαι η ίδια αυτή κοινωνία. Τραγούδα ξανά, εξαιρετικά, Παύλο την κατάντια μου. Κατέβασε τα παντζούρια μου, κλείσε με στο καβούκι μου, κάνε με να ντραπώ να βγω έξω, να ντραπώ που με βλέπουν να πηγαινοέρχομαι στις δουλίτσες μου, στις τακτοποιημένες βεβαιότητές μου.

Παύλο, έφτιαξες ένα ακόμη αριστούργημα. Θα 'θελα να στο 'χα χαλάσει. Να μη σου είχα δώσει τους λόγους. Το 'κανα όμως. Πάλι το 'κανα γαμώτο...

Wednesday, May 14, 2014

Τι άλλο έχει μείνει;



Όχι άλλο πόνο ρε γαμώτο. Όχι άλλο. Ας μείνει μια βδομάδα κενή στις δακρύχρωμες σημειώσεις του ημερολογίου. Ας μείνει ρε Θεοί μια βδομάδα χωρίς ματωμένο σελιδοδείκτη... 

Sunday, May 4, 2014

Λευκάδα: δυστυχώς άλλη μια απλή επαρχία...


Ζητάς τραγούδι. Να, αυτό. Και θα 'θελα να 'ταν αλλιώς η επαρχία μου. Θα 'θελα να μην πονάω στις επιλογές ζωής της. Θα 'θελα να πηγαίνω βράδυ στην παραλία της και να μη με γδύνουν οι αστυνομικοί της ως μέγα τρομοκράτη μήπως κι έχω πάνω μου κάτι που θα ταράξει την του μυαλού τους ευπρέπεια. Θα 'θελα να κολυμπάω στις θάλασσές της και να ξέρω ότι οι ψαράδες της δεν ρίχνουν τα δίχτυα τους απ' την άμμο στην ακτή, ότι δεν ψαρεύουν με δυναμίτη, ότι τα χωριά της δεν αδειάζουν τα λύματά τους στο απίστευτο γαλάζιο της. Θα 'θελα να κάνω βόλτα στους δρόμους της και να μην πονάω με την πολεοδομική της ασχήμια, να μην βλέπω παντού άθλιες πινακίδες, λευκές τέντες, οπαδικά συνθήματα. Θα 'θελα στους κάδους ανακύκλωσής της να μη ρίχνουν μπάζα και σκουπίδια, να κυκλοφορώ στην πόλη χωρίς διπλοπαρκαρισμένα και σταμπαρισμένα με τα "αλάρμ" της κωλοπαιδίστικης αναισθησίας αυτοκίνητα. Θα 'θελα στην επαρχία μου να υπήρχαν δανειστικές βιβλιοθήκες σε κάθε χωριό, τακτές βραδιές ποίησης στην πόλη, χώροι προβολής των τοπικών μουσικών σχημάτων. Θα 'θελα οι πολιτευτές της να περπατούσαν και να έκαναν ποδήλατο και να έψαχναν μόνοι τους για λακκούβες και καμένες λάμπες και άκοπα χόρτα. Θα 'θελα οι επαγγελματίες της να μιλάν για τουρισμό και να συναισθάνονται την ευθύνη τους απέναντι σ' αυτούς που τους διάλεξαν από όλα τα μέρη αυτού του πλανήτη, που τους επέλεξαν όχι για το κατεψυγμένο φαγητό τους, όχι για την αρπαχτή των τιμών τους αλλά για την ελπίδα αντικαθρεφτίσματος στη δουλειά τους της φυσική ομορφιάς του τόπου τους. Θα 'θελα στην επαρχία μου λίγες μέρες πριν τις εκλογές να μη συζητάν για μια ΑΧΡΗΣΤΗ υποθαλάσσια γέφυρα (να ενώσετε τι ρε αγύρτες; 30 μέτρα;;;) που η κατασκευή της θα δοθεί στο γνωστό ΛΑΜΟΓΙΟ και τα διόδιά της θα εκμεταλλευτούν όσοι εκμεταλλεύονται το γονάτισμα αυτής της χώρας δεκαετίες τώρα. Θα 'θελα με αυτά τα λεφτά να σκέφτονταν για πεζοδρόμηση, ποδηλατοδρόμηση και φωτισμό της λίμνης, για στέγαση ανθρώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα, σε παρατημένα κτίρια του δήμου, για παραδειγματική φροντίδα και προστασία των αδεσπότων της. Θα 'θελα η επαρχία μου, η Λευκάδα, να μην είναι μια απλή επαρχία. Να μιλάμε εκεί για λατρεία και τα κεράκια να αυταναφλέγονται. Τίποτα απ' αυτά όμως δε γίνεται. Και πάλι θα πάω να ψηφίσω ξέροντας ότι θα με συντροφεύει ένα τραγούδι μιας αγαπημένης ουτοπίας... Κρίμα λέω. Κρίμα.

Sunday, April 27, 2014

Κάποτε αποφασίζουμε...

Πονάω ρε. Πονάει το στομάχι μου. Σαν γυρνάν ανάποδα κάτι βράδια, το άγχος σφίγγει διαρκώς τις κουμπότρυπες της ζώνης μου. Εκεί που νομίζω οι κοιλιακοί μου αντέχουν, στη στροφή του επόμενου λεπτού είμαι έτοιμος να αφεθώ και να με πάρει από κάτω. Δεν είμαι τόσο δυνατός όσο αφήνω να φαίνεται. Δεν είμαι τόσο αναίσθητος όσο σας έχω κάνει να πιστέψετε. Πονάω. Ένα ασταμάτητο ανακάτεμα των σωθικών μου τις δύσκολες ώρες της μέρας, προσπαθεί να με πείσει για τα λάθος γεύματά μου, τις λάθος στιγμές που κάθισα στο τραπέζι. Λένε, δεν σκέφτεσαι καθαρά στο άλγος σου, σουπιά ο πόνος ρίχνει μελάνι και θολώνει την κρίση σου. Ναι, μπορεί και να είναι έτσι. Όταν ο πόνος όμως στρατοπεδεύει καιρό έξω απ' τα τείχη σου, κάποτε πρέπει να ρισκάρεις να πάρεις τις αποφάσεις σου. Κι η ήττα, εξάλλου, στο παιχνίδι είναι. Ούτως ή άλλως για όλους κάποια στιγμή έρχεται...

Sunday, April 6, 2014

Απλά μαθήματα πάθους

Πώς ο ήλιος είναι το πάθος του νότου, πώς η άνοιξη είναι το πάθος των εντόμων, πώς ο αρωματικός καπνός είναι το πάθος του ουρανίσκου, πώς οι μικροί όρμοι είναι το πάθος των χαρτογράφων, πώς τα marginalia είναι το πάθος των συλλεκτών, πώς η υψωμένη γροθιά είναι το πάθος της εξέγερσης, πώς οι γκρεμοί είναι το πάθος των ρομαντικών, πώς το μαύρο είναι το πάθος του λευκού, πώς οι σχισμές σου είναι το πάθος της γλώσσας μου... Ε, έτσι. Έτσι λειτουργούν και τα υπόλοιπα σε ετούτον τον κόσμο. Με αρχή, ρότα, πυξίδα και προορισμό το πάθος. Στην ύπαρξή του, τα γρανάζια, καλολαδωμένα, γυρνάν άκοπα, αθόρυβα. Στην έλλειψή του, ο κόσμος σταματάει. Δεν κινείται. Παύει. Στην έλλειψή του εγώ δεν είμαι εδώ για να γράψω αυτό το κείμενο και κανείς εκεί για να το διαβάσει.

Thursday, March 6, 2014

Οι μοναξιές της Δευτέρας

Οι μοναξιές της Δευτέρας δεν έχουν ταίρι. Δε μιλάω για το προφανές. Εγώ πάσχω, όχι η γλώσσα μου. Οι μοναξιές της Δευτέρας δεν έχουν κόπια, δεν έχουν αντίγραφο εννοώ. Πουθενά στο σύμπαν. Είναι ένα ζευγάρι βήματα, μόνα, στη βρεγμένη θαλασσινή άμμο των πρώτων ημερών του Μάρτη. Είναι το τελευταίο κουτάκι μπύρα στο ψυγείο και η ψόφια χαρά του να μην έχεις να το διεκδικήσεις από κάποιον. Οι μοναξιές της Δευτέρας δεν έχουν φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη δεν τα σκέφτονται καν. Αγγίζουν το χέρι τους στο στεγνό απ’ τον Γραίγο πρόσωπό τους κι έτσι ξεγελάν το ένα που αυτοβούλως δηλώθηκε ως ο αριθμός τους. Είναι φορές που τις σκέφτομαι ως τα ακροπατήματα του ανθρώπου στη γη. Μετά την καταστροφή τα τελευταία βήματα πριν κι αυτά σωριαστούν ξεψυχισμένα στο έδαφος.

Τις μοναξιές της Δευτέρας μην τις υποτιμάτε. Είναι το κακό σενάριο μιας ταινίας με μεγάλο μπάτζετ και καλούς ηθοποιούς. Πολύ η δουλειά, πολύς ο κόπος, πολύ το φιλότιμο, πολλές οι προσπάθειες αλλά πόσες -αλήθεια- οι ελπίδες για το ωραίο αποτέλεσμα; Χωρίς κείμενο ποια αναπαράσταση λόγου να σταθεί; Είναι το έδαφος το ασβεστολιθικό σε τόπο που βρέχει πάντα. Τι να χτίσεις πάνω του; Τρύπες θα ανοίγουν και όλα μέσα τους θα τα εξαφανίζουν. Τις πρώτες μοναξιές της εργάσιμης εβδομάδας αντιμετώπισέ τες όπως τη φωτιά που άναψες και σου ξεφεύγει στο χωράφι: ρίξε χώμα πάνω τους, θάψε τις φλόγες τους πριν σε κάψουν μέσα κι έξω. Πριν κάψουν τον τόπο γύρω σου, τον κόσμο σου παντού.

Οι μοναξιές της Δευτέρας δεν είναι ένα λεκτικό τρικ, ένα σκαρίφημα για να ξεκινήσω ετούτο το άρθρο. Είναι απτές, χειροπιαστές κορφές θλίψης σε μια κατά τ’ άλλα  ισόπεδη περιοχή φαινομενικής χαράς. Τολμάς λες να αναρριχηθείς, καμαρώνεις για την ταυτότητα ορειβάτη! Δύσμοιρε, πονάει ο θάνατος στα Έβερεστ. 34 χρόνια Δευτέρες δε σε έμαθαν να κρύβεσαι στην ασφάλεια των υπωρειών; Αυτές τις μοναξιές θες ασπίδα Παρασκευής κι εκπαίδευση αισιοδοξίας να τις νικήσεις. Θες φίλιες λέξεις κι έρωτα μπροστά σου για να τις υπερβείς. Μόνο έτσι θα βγεις Έκτορας έξω απ’ τα τείχη. Μόνο έτσι θα αφήσεις τους Αχιλλείς μυθικά σκευάσματα τυφλών ραψωδών. Υπό όρους, μπορείς να νικήσεις αυτή τη μάχη. Σ’ αρέσει να τη θεωρείς ένα απλό παιχνίδι του μυαλού. Σου δίνει την ασφάλεια του reset σε περίπτωση ήττας. Του restart. Μην κάνεις και σήμερα το ίδιο λάθος. Οι μοναξιές της Δευτέρας δεν έχουν την αφέλεια της πλαστικής αιχμής των σπαθιών προπόνησης. Κόβουν. Πληγώνουν. Ματώνουν. Σκοτώνουν. Αντιμετώπισέ τες σαν με τη βεβαιότητα ότι αύριο είναι Σαββατοκύριακο. Μη μείνεις ακάλυπτος. Μην τους δείξεις τα πλευρά σου!