Friday, February 8, 2019

Ένα όχι βιογραφικό



Είμαι σεξ, τηγανητές πατάτες και φέτα. Είμαι θλίψη, ένα τραπέζι για έναν και λίγο τυρί που έχει κιτρινίσει στο ψυγείο. Είμαι μοναξιά στο πέσιμο του ήλιου, καμένο λάδι που δεν έχει αλλαχτεί για πολλοστή φορά και χάπια χοληστερίνης. Είμαι ένας δύσκολος χειμώνας, ένας ερεθισμένος λαιμός και η επιμονή των ίδιων χιλιάδων σκέψεων κάθε βράδυ.

Έχω πολλά σπίτια να κοιμάμαι τις νύχτες και κανένα να πηγαίνω για φαγητό το μεσημέρι. Δεν είναι πάντα επιλογή αυτό. Είναι και ήττα. Σε κάτι φάσεις της ζωής μας είναι και ήττα.

Είμαι ένα αξύριστο πρόσωπο, ένα κακοταϊσμένο σώμα και κάτι μαύρα ρούχα πάνω του. Σέρνω τις σόλες μου σε πλακάκια προσέχοντας να μην πατήσω τις γραμμές τους, λες κι αν γίνει αυτό θα έρθει το τέλος του πλανήτη. Τα βράδια όμως, ακόμη κι αν αποφεύγω τις γραμμές, αυτή η σκέψη έρχεται συχνότερα: θα κάνω κάτι μια μέρα και θα ‘ναι η αιτία ο πλανήτης να πάψει να υπάρχει. «Διαγαλαξιακό εργοστάσιο παραγωγής ενοχών», θα το έλεγε μια φίλη μου.
Ο Γενάρης μου ήταν δύσκολος. Πάντα γκρινιάζω αλλά ετούτον δεν είχα καν κουράγια να περιγράψω την ανεπάρκειά μου απέναντι στα γεγονότα. Κάνοντας ένα zoom out έβλεπα έναν τύπο δεμένο ανάσκελα σε ένα λιβάδι κι ένα εκατομμύριο βίσσωνες να πηγαίνουν τρέχοντας προς το μέρος του. Δεν είχαν κάτι μαζί του, ήταν απλά ακριβώς στο διάβα τους.

Είμαι αργά το απόγευμα στο γραφείο, τρεις καρτέλες στο excel ανοιχτές κι ένα κείμενο που ήθελα καιρό να τελειώσω κι όλο το άφηνα γιατί δε μου έβγαιναν οι ώρες. Είμαι όσα δεν πρόλαβα, όσα έκανα βιαστικά κι όσα θα ‘θελα να μην είχα κάνει καθόλου. Είμαι κάθε Παρασκευή που δεν έχει προσμονή Σαββατοκύριακου και κάθε βδομάδα που πέρασε και δεν άφησε καν μια ρυτίδα να θυμίζει το πέρασμά της.
Είμαι οργασμοί, φιλιά νικοτίνης, φιλιά έρωτα και αλκοόλ. Είμαι σημάδια από δαγκώματα, νύχια στην πλάτη και λέξεις στα αφτιά. Είμαι η αλήθεια για μια στιγμή κι η αίσθηση της ανασφάλειας για τη διάρκεια. Πια, τώρα, αυτό.

Αιτούμαι τη θέση της προκήρυξής σας.

Sunday, December 23, 2018

Μαζί! Μαζί, όχι χώρια!

«Ντροπή δεν είναι να φοβάσαι
Ντροπή δεν είναι να πονάς
Όμως μ' αυτόν που αγαπάς
Είναι ευλογία να κοιμάσαι
Είναι ευλογία να ξυπνάς»

(Γιώργος Ανδρέου)

Μαζί είναι η παρουσία. Είναι η έντονη καμπύλη στο μάγουλο και η αφή που την περπατάει. Είναι η τούφα απ’ τα μαλλιά που πέφτει στα μάτια και το χέρι που την κάνει στο πλάι. Είναι το παιχνίδι με το δαχτυλίδι της και το φιλί σε κάθε κενό του που αφήνει σε θέα το δάχτυλο. Μαζί είναι το «ένα τσίπουρο ακόμη» και η ζάλη που αλάθευτα υποδηλώνει έρωτα. Είναι οι συζητήσεις για έναν ομορφότερο κόσμο και η βεβαιότητα ότι εξαιτίας μας θα ‘ρθει. Είναι το πείραγμα στο σαρδάμ και το φιλί που θα αποτρέψει τις αντιδράσεις. Μαζί είναι το σκίτσο ενός πιο όμορφου, πιο ήρεμου χειμώνα. Φέτος.

Χώρια είναι η απουσία. Είναι το εκεί μακριά και εκείνες οι δύσκολες ώρες της μέρας που καμιά σκέψη δεν τις αντιπαλεύει, εκείνες της νύχτας που καμιά μνήμη δεν μπορεί να πιάσει πολεμίστρες. Είναι η άλλη αίσθηση του χρόνου. Τα αντώνυμα του «πόσο γρήγορα περνάει» και του «κάθε μέρα κι ένας αιώνας». Χώρια είναι απ’ τη μια η τροφή κι απ’ την άλλη η κατ’ επανάληψη αυτοκτονία του έρωτα. Είναι η ένταση στο «προσμένω να σε δω» και η εγκατάλειψη στο «δεν αντέχω, δε με βοηθάς, δεν μπορώ».  Χώρια είναι η υπερβολή που ταΐζεται απ’ την απόσταση, το άγχος και η έλλειψη κρίσης ακόμη και για τα πιο απλά.

Κοιμάμαι μαζί είναι το όμορφο. Σε σχήμα, σε αίσθηση. Είναι το τύλιγμα του σώματος, το σφίξιμο, το απαλάγγιγμα. Είναι του ενός τα σχεδόν ασυνείδητα φιλιά μες στη νύχτα και του άλλου τα σχεδόν ασυνείδητα χαμόγελα γι’ αυτά τα φιλιά. Είναι η ηρεμία, ναι κυρίως αυτή, που αναπόδραστα χαρίζει πολύωρους ευλογημένους ύπνους.
Ξυπνάω μαζί είναι το όμορφο. Σε ήχο, σε γεύση. Είναι το καλημέρα αχνά στο αφτί και το συνακόλουθο της γλώσσας εκεί. Είναι πάλι το χαμόγελο, συνειδητό πλέον, και η στροφή του κορμιού για το αντάμωμα των δύο. Είναι τα πρώτα χάδια μιας μέρας που ξέρεις ότι θα είναι ωραία. Οι πρώτες λέξεις μιας ζωής που ξέρεις ότι μπορείς να την κάνεις ωραία.

Saturday, September 17, 2016

Ένα κερί αγόρι μου



Ένα κερί αγόρι μου. Μικρή η φωτιά του μπρος στην πυρκαγιά που άναψες εσύ απλά και μόνο κοντοστέκοντας και αντιμετωπίζοντας πρόσωπο με πρόσωπο τους φασίστες. Όσο τους έκαψες εσύ, όση φλόγα, όσο φως έβγαλε το δικό σου κορμί δεν θα βγάλουν οι αναπτήρες μας και δέκα ζωές κι αν τους ανάβουμε. Αγόρι μου, το υπόλοιπό μου για 'σένα είναι και του αναμμένου μου τσιγάρου η καύτρα, αυτή που φωτεινά θα σε αντικαθρεφτίζει στα κατά μόνας μας.

Wednesday, February 24, 2016

Εσύ η κιβωτός


Μόνος σου αγόρι μου. Κουβάλα την εποχή μας. Σύρ' την πίσω σου στην άσφαλτο προς ένα μέλλον που αυτή θα ντρέπεται που υπήρξε κι εσύ θα νιώθεις υπόχρεος να τη διατηρήσεις στη  μνήμη σου για να μην ξεχάσει κανείς ότι υπήρξε. Κουβάλα αγόρι μου ένα μπουφάν για τα κρύα της νύχτας, για τα κρύα στα σκοτάδια που σου στήνουμε, να 'χεις να το τυλιχτείς ώσπου να φτάσει το ξημέρωμα. Δεν ξέρω πόσοι θα 'μαστε σε εκείνο το ξημέρωμα. Εσύ ίδιος ήλιος όμως θα χαμογελάς, ίδιος ήλιος θα παίζεις σε έναν άλλο ουρανό. Αν είμαι κι εγώ, αν έχω φτάσει ως εκεί, αν έχω βρει τρόπο να σώσω την ανθρωπιά μου ως εκείνες τις μέρες, θα ψάξω να σε φιλήσω που μου 'δωσες ένα ακόμη κουράγιο λίγο πριν τα παρατήσω.

Μόνος σου αγόρι μου. Περπάτα ετούτον τον κόσμο, γκρέμισε τους φράχτες της αθλιότητάς μας, κάνε συντρίμμια τα τείχη του τρόμου μας, λιώσε κάτω απ' τις σόλες σου τις σάπιες πράξεις μας, τις σάπιες σκέψεις μας. Περπάτα κι άφηνε χνάρια να ακολουθήσουν τα αδέρφια σου, να 'ρθουν από όπου γης να ενωθούν, ζωή αυτά-ζωή εσύ, μαζί σου. 

Μόνος σου αγόρι μου. Είσαι η κιβωτός του 21ου αιώνα. Μέσα σου σώζεται η ανθρωπότητα. Σώσε την!

Friday, December 18, 2015

Ωτοστόπ για τις Αόρατες Πόλεις



(Ένα πορτοκαλί αυτοκίνητο παλιότερης δεκαετίας έξω απ’ την πύλη της φυλακής. Δεξιά κι αριστερά της πύλης δυο φύλακες κοιτάν στο πουθενά, μοιάζουν με ζόμπι. Ένας εκατονταετής καλοστεκούμενος μαύρος παππούς με κάτασπρα μαλλιά [Θεόφιλος Κούτος] μπαίνει στη θέση του οδηγού. Φοράει τζιν παντελόνι και χαβανέζικο πουκάμισο. Χαμογελάει. Στη δίπλα θέση με ρούχα φυλακής ένας πανέμορφος νεαρός [Μάρκος Απρίλιος]. Σοβαρός και κάπως προβληματισμένος. Μικρές κοφτές κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού του δείχνουν ότι νιώθει αρκετά άβολα.)

Θ.Κ. : Πουτάνα Μισόν, τους σκίσαμε πάλι. Δες, δες! Δες το φύλακα στην πύλη πώς μας κοιτάζει; Θες να τον κάνω να μας ευχηθεί και καλό ταξίδι;

(Ο Μάρκος Απρίλιος δεν μιλάει. Γυρνάει σχεδόν αδιάφορα και κοιτάζει προς την πύλη. Ξεκινάνε. Εικόνες που αλλάζουν πίσω τους δείχνουν να βγαίνουν απ' την πόλη. Οδηγάν στην εθνική οδό. Σε χαμηλό ήχο στο ραδιόφωνο ακούγεται ο Παπακωνσταντίνου να τους θυμίζει "μα εσύ πρέπει πάντα να φεύγεις, να ψάχνεις τις φοινικιές...")

Θ.Κ. : Τώρα μάλλον θα τους έχουν βρει και θα προσπαθούν να τους ξυπνήσουν. Χαχα. Το "ρύθμισα" να γίνει σε ένα εικοσιτετράωρο. Φαντάζομαι έφυγαν κι άλλοι κρατούμενοι. Εντάξει, ας μπω λίγο πιο βαθιά στην κόλαση. Sorry κράτος, sorry Θεέ.
Μ.Α. : ...
Θ.Κ.: Δε θα πεις τίποτα εσύ; Δεν περιμένω ευχαριστώ και βλακείες. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Και για τους δυο μας το κάνω. Πες απλά κάτι να περάσει η ώρα.
Μ.Α. : Σουφλέ.
Θ.Κ. : Τι σουφλέ;
Μ.Α. : Σουφλέ σοκολάτας. Φρεσκολιωμένης...
Θ.Κ. : Στάσου, σε χάνω. Τι εννοείς;
Μ.Α.: Αυτό. Αυτό μου μύρισε. Σουφλέ σοκολάτας.
Θ.Κ. : (κουνάει το κεφάλι νομίζοντας ότι του έχει στρίψει του Μάρκου. Κάθε τόσο ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μήπως τους ακολουθάει κανείς) Για πότε λες; Τώρα; Εδώ μέσα;
Μ.Α. : Όχι. Όταν με ελευθέρωνες. Όταν φεύγαμε απ' τη φυλακή. Έντονα, σουφλέ σοκολάτας. Το ίδιο μου είχε μυρίσει κι όταν σκότωνα τους γονείς μου. Το ίδιο και τη μέρα που είχα αγοράσει τα ντραμς. Αυτό και στο ραντεβού με την Κική όταν έπιασα τη ρώγα της. Στις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου, μου μυρίζει σουφλέ σοκολάτας. Έτσι βεβαιώθηκα και σήμερα ότι αυτό που ήρθες κι έκανες ήταν ωραίο, ήταν το σωστό, ήταν ό,τι περίμενα. Γι' αυτό σε ακολούθησα χωρίς ενδοιασμό.
Θ.Κ.: (χαμογελάει και κοιτάει με κάποιο θαυμασμό τον Μάρκο) Ξέρεις; Δεν ήμουν σίγουρος αν μετά τον φόνο ήσουν στα καλά σου. Γράφανε κι όλο βλακείες οι χαζοδημοσιογράφοι. Αγχωνόμουν λίγο μήπως σου έστριψε. Πάλι θα σε ελευθέρωνα αλλά το θέμα ήταν τι θα σε έκανα μετά αν άρχιζες να κάνεις τον κόκκορα και την αλεπού μέσα στο αυτοκίνητο. Όπως φαίνεται όμως, ετούτο θα είναι ένα ωραίο ταξίδι.
Μ.Α. : Πού πάμε; Ξέρεις ή έτσι οδηγάμε, μακριά κι όπου;
Θ.Κ. : Δεν υπάρχει μακριά κι όπου! Υπάρχει μακριά και παντού. Δε σου λέω ακόμη αλλά πίστεψέ με, στα εκατό μου χρόνια ξέρω δρόμους που κανείς δεν έχει διαβεί, ξέρω μέρη που κανείς δεν έχει δει.

(Στην άκρη του δρόμου, στο πλάι της σκηνής εμφανίζεται γυναίκα επιβλητική. Μοιάζει με την Κέιτ Μπλάνσετ. Στα 45 της περίπου, φούστα σκουρόχρωμη σχεδόν ως το γόνατο, εφαρμοστή με φερμουάρ πίσω. Πουκάμισο λευκό, από πάνω παλτό ξεκούμπωτο. Στο πλάι της μικρή βαλίτσα αφημένη. Κάνει σήμα ωτοστόπ. Ο μπαρμπα Θεόφιλος φρενάρει απότομα. Ο Μάρκος, αφηρημένος, χτυπάει το κεφάλι του μπροστά, πάνω στο ταμπλό.)

Θ.Κ. : Βρε, δε φόραγες ζώνη;
Μ.Α. : Σκατά. Όχι δε φόραγα, την ξέχασα. Παραλίγο να φύγω απ' έξω. Γιατί φρέναρες έτσι; (τρίβει έντονα το μέτωπό του)
Θ.Κ. : (του δείχνει την κυρία που τους πλησιάζει απ' το τζάμι του Μάρκου) Για την κυρία. Να μην την πάρουμε;
Μ.Α. : (ο Μάρκος ανοίγει τεράστια μάτια, σκάει το πρώτο του χαμόγελο) Πλάκα κάνεις; Κι ελαφρά που το πάτησες το φρένο. (Συνωμοτικά) Λοιπόν, Μάρκο με λένε, Μάρκο σκέτο, έτσι;
Θ.Κ. : (του κλείνει το μάτι) Γιατί, έχει ακούσει κανείς άλλο όνομα; Όσο για τα ρούχα σου, αν πει κάτι, ήμασταν σε πάρτυ μασκέ. Εσύ είχες ντυθεί φυλακισμένος κι εγώ μπάρμαν στη Χονολουλού.

(Γελάνε κι οι δύο. Ο Μάρκος κατεβάζει το τζάμι του. Η όμορφη γυναίκα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπό της σε αυτό του Μάρκου. Αυτός τραβιέται διακριτικά πίσω στο κάθισμά του.)

Κέιτ Μπλάνσετ : Πού πάτε;
Θ.Κ. : Κάνουμε μια στάση εκεί που πηγαίνετε εσείς και μετά συνεχίζουμε προς τις Αόρατες Πόλεις του βορρά.

(γεμάτος έκπληξη ο Μάρκος γυρνάει προς τον μπαρμπα Θεόφιλο. Του κάνει νεύμα καθησύχασης. Η Κέιτ δαγκώνει απαλά το κάτω χείλος της. Όλο το υπόλοιπο πρόσωπό της χαμογελάει.)

Κ.Μ. : Χρόνια έχω να περάσω απ' τις Αόρατες Πόλεις. Γεια σας. Είμαι η Κέιτ.

 (Το ραδιόφωνο χαμηλώνει. Ο Tom Waits ακούγεται σίγουρος να δηλώνει "cause tonight i'm gonna take that ride, across the river to the jersey side". Η σκηνή κλείνει.) 

Friday, December 11, 2015

Στο μέτωπο το φιλί!

"Εδώ, εδώ", μου είπε και μου έδειξε το μέτωπό της. "Εδώ ακουμπάμε τα δώρα στον πλανήτη μου αν είναι φιλιά. Έτσι ερχόμαστε σε οργασμό. Εκεί καταλήγουν όλες οι απολήξεις των ερωτικών νευρώνων μας. Μόνο που πρέπει να είναι δώρα κι όχι φιλιά καλησπέρας, όχι φιλιά δανεικά, όχι φιλιά σε κήπους Γεσθημανές. Οι σπασμοί μας έρχονται όταν η γλώσσα αγγίζει και δίνεται, όταν στον κύκλο της κίνησής της ξέρει πως ό,τι αφήνει αλλάζει κτήση, όταν στο παιχνίδι της βάζει κανόνες παράδοσης. Μόνον τέτοιους".

"Εδώ, εδώ", μου είπε και άλλαξε μορφή. "Στον πλανήτη μου, αλλάζουμε μορφή όταν μας δίνουν δώρα. Πότε γινόμαστε ουρλιαχτό, πότε ιδρώτας, πότε φωνή, πότε πνίξιμο, πότε σκίσιμο, πότε δάγκωμα, πότε όλα μαζί. Δοκιμάζουμε τα δώρα μας κάποιες φορές. Δεν αρκούμαστε μόνο στο απίθωμά τους στο μέτωπο. Τα φέρνουμε στο στόμα και ψάχνουμε σ' αυτά γνωστές μας γεύσεις. Χναρολατούμε για μονοπάτια σοκολάτας, για ποτάμια κρασιού, για ζάχαρη ομίχλης. Αν βρούμε ίχνη τους τότε γελάμε, τότε ξέρουμε θα γίνουν δώρα μας αγαπημένα, θα χτίσουν σπασμούς σε διάρκεια, θα επαναληφθούν άτακτα, εκτός γιορτών ημερολογίου."

"Εδώ, εδώ", είπε κι έπιασε το χέρι μου. Σήκωσε ψηλά τα μάτια κι άνοιξε το δάχτυλό μου, τον δείκτη. "Δείξε εκεί πάνω, δείξε όποιο αστέρι θες. Εκεί είναι ο πλανήτης μου. Σε αυτό, το πιο φωτεινό απ' όλα που διάλεξες. Φέρε την ευθεία τώρα κι ένωσέ τον με το μέτωπό μου. Έτσι. Άγγιξέ με, μη φοβάσαι, βάλε το δάχτυλό σου εκεί που με φίλησες, εκεί που σε οδήγησα. Τέταρτε, χαμένε μου μάγε, ούτε χρυσό, ούτε σμύρνα, ούτε λιβάνι. Φιλί κουβάλησες, με ένα αστέρι οδηγό κι εσύ, και το άφησες στη φάτνη του μετώπου μου. Κάθε θεός έχει το δώρο που του αξίζει. Κάθε οργασμός επίσης."