
- Ψάχνω για συγγραφείς που τα βιβλία τους είνα μια προέκταση της διάνοιάς τους, όχι μια προέκταση της νεύρωσής τους...

Θεσσαλονίκη 16/Ι/2010
Αχ βρε μωρό μου με τα παράπονά σου! Δε σε πήρα σήμερα κι είναι αδιαφορία; Για σκέψου πώς κλείσαμε χτες βράδυ! Σχημάτισα τα νούμερα με τη θλίψη να με πονάει σε κάθε μου κίνηση. Δεν ήθελα να είσαι μέσα, δεν ήθελα να ‘σαι μόνη, ήθελα απλά να μου δώσεις δυο λεπτά. Ήθελα μόνο ν’ ακούσω «μωρό μου, δεν είσαι καλά;». Να δω ολόγραμμα το χάδι σου στο μάγουλό μου. Κλείσαμε γιατί όλοι γέλαγαν και φώναζαν, γιατί δε σ’ άκουγα, γιατί δεν έκανες πέντε βήματα να μείνεις μόνη σου μαζί μου… Τρέφομαι απ’ τη θλίψη μου, το ξέρω. Μα χτες ήμουν χορτάτος. Να μ’ απαλλάξεις απ’ αυτή ήθελα. Γι’ αυτό δεν πήρα σήμερα. Σε θυμό μου βγήκε!
Θεσσαλονίκη 8/Ι/2009
Στη γιορτή του φίλου σου οφείλεις να είσαι εκεί. Κάθε που γεμίζει το ποτήρι του, δίπλα να ‘ναι το δικό σου και να ζητάει τα όμοια. Στη χαρά του δεν μπορείς να εύχεσαι απ’ το τηλέφωνο. Δε συναισθάνεσαι δια μέσω γραμμών ∙ ορατών ή αόρατων. Όταν οι τριγύρω θα του πουν «ποιος ο κόσμος που διάλεξες για τα έντονά σου;» αυτός να μπορεί να στρίψει το κεφάλι, να απλώσει το χέρι και να τους δείξει: «Να τα δωμάτια που έστηνα γήπεδα, να τα τραγούδια που μου έβαζαν διλλήματα, να τα κορίτσια που μας έκαναν ποιητές»… Στις γιορτές το «λείπει» είναι πάντα αδικαιολόγητο. Το καλό είναι ότι η φιλία δεν αφήνει μετεξεταστέους λόγω απουσιών.
Υγ. Ας ήταν η τελευταία...

Μη μου λες πως αυτό γίνεται μόνο σε εμένα! Ξέρω πως αφαιρούμαι λίγο παραπάνω, πως κάποιες σκέψεις μου ξεφεύγουν απ’ τη άσφαλτο του ορθολογισμού και μπαίνουν σε χωματόδρομους σχεδόν παράνοιας. Γνωρίζω πως η ανύπαρκτη συγκέντρωσή μου, μου στερεί τη δυνατότητα στοχασμών και βαθύτερων αναλύσεων των δεδομένων που λαμβάνω. Ξέρω πως πολλοί κρυφογελάν πίσω μου όταν ξεχνάω να πατήσω στη γη και χαμηλοπετάω. Όλα αυτά μου είναι γνωστά. Μη μου λες όμως πως μόνο εγώ τα κάνω. Δε μου αρέσει να είμαι ομάδα από μόνος μου.
(Θεσσαλονίκη 10/ΧΙΙ/2009)
Θεσσαλονίκη 28/ΧΙ/2009
Έχω ξαναγράψει για το χούι μου να μην τελειώνω βράδυ τα βιβλία που διαβάζω. Ν’ αφήνω πάντα ένα κεφάλαιο, μια σελίδα, λίγες λέξεις για το επόμενο πρωί.. Για τα άσχημα βιβλία, αυτά που καθόλου δε μ’ άρεσαν, το κάνω έτσι σαν μια τελευταία ευκαιρία να δω στον ύπνο μου ένα τέλος τόσο συγκλονιστικό που θα μου αλλάξει όλες τις προηγούμενες εικόνες. Να τα μετατρέψω σε κορίτσι που όλο το βράδυ είναι ανιαρό μέχρι σφαίρας, μα τη στιγμή του χωρισμού αγγίζει στο λαιμό σου δυο χείλη λύκαινας που σε κάνουν για πάντα δικό της.. Απ’ την άλλη, για τα όμορφα βιβλία, για αυτά που με γλυκαίνουν κι αυτά που με πονάν, το κάνω για να κοιμηθώ μια ακόμη νύχτα με τους ήρωές τους. Για να ‘ρθουν στον ύπνο μου οι εξαίσια σμιλεμένες λέξεις τους και να χτίσουν είτε όνειρα, είτε εφιάλτες. Έντονα πάντως. Σαν κορίτσι που όλο το βράδυ κερνιέται ποτό απ’ τη γλώσσα μου και το ξημέρωμα τη βρίσκει γαντζωμένη πάνω μου και με τα νύχια της μπηγμένα στην πλάτη μου… Ένα τέτοιο βιβλίο κλείνω κι απόψε λίγο πριν το τέλος του. Περιμένοντας τους νεκρούς και τους ζωντανούς του…