Wednesday, May 15, 2013

Δεν έχει παρακάτω!




“Μακάρι να βρει τη δύναμη και να μη μας μισήσει όσο μας αξίζει…”    (Οδυσσέας Ιωάννου)

Αλλά ρε Θεέ, σήμερα δε γίνεται να γράψω για αθλητικά. Όσο κι αν το Σαββατοκύριακο ήταν γεμάτο θέματα που κάθε ένας θα ήθελε να παιχνιδίσει με την πένα του, σήμερα δεν μπορώ να ασχοληθώ με αυτά. Το χέρι του Μανιάτη, τα μαγικά χέρια του Σπανούλη θα μπουν στην άκρη. Η ξεφτίλα του κόκκινου ποδοσφαίρου και η όμορφη υπεροχή των κόκκινων καλαθιών, θα παραχωρήσουν τη θέση τους στο μαύρο, στο κατάμαυρο της κοινωνίας μας. Το αντίο του Φέργκιουσον στο Ολντ Τράφορντ θα μπει στη σκιά ενός άλλου αντίο: αυτού του ανθρωπισμού στην Ελλάδα του 2013.
Και θα μου πεις “περίμενες ένα ακόμη τέτοιο γεγονός για να πειστείς ότι έχουμε φτάσει στον πάτο; Δε σου έφταναν οι πυροβολισμοί στη Μανωλάδα, οι πυροβολισμοί πριν χρόνια στην Αθήνα, οι πυροβολισμοί στα χωράφια για ένα κλεμμένο καρπούζι, οι τακτικές έφοδοι στα καταλύματα των μεταναστών από αστυνομία και παρακράτος, η διαπόμπευση των οροθετικών; Τι παραπάνω έγινε χτες”; Έχεις δίκιο, έχεις και άδικο. Πάει καιρός, πάνε χρόνια που από όπου κι αν μας πιάσεις βρωμάμε. Απλά χτες φωταγωγήσαμε το ελάχιστό μας, μεγαφωνήσαμε την απανθρωπιά μας με μια ηλικία: 14 χρονών!

“Ο κόσμος μου πέθανε κι εγώ γράφω για να θρηνήσω το θάνατό του.”   (Αρουντάτι Ρόι)

Τον χτύπησαν στον ώμο. Γύρισε και τους κοίταξε. Φορούσαν μαύρα. Τον ρώτησαν από πού είναι. Απ΄ το Αφγανιστάν τους είπε. Ζήτησαν τα χαρτιά του. Άρχισαν να τον χτυπάν. Ένα μπουκάλι μπύρας στο πρόσωπό του. Λιποθυμία. Όταν ξύπνησε ήταν χαρακωμένος. Περαστικοί τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Επειδή δεν είχε χαρτιά του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και τον έδιωξαν. 6-8 ράμματα στη μύτη και περισσότερα από 10 στο μέτωπο και το κεφάλι. Και τον έδιωξαν. Ο Ιπποκράτης έψαξε στην τσάντα του. Δεν βρήκε καθόλου δικά του χαρτιά εκεί μέσα. Πάτησε σε μια καρέκλα. Ανέβηκε. Έδεσε ένα σχοινί στο ταβάνι κι αυτοκτόνησε.

“Σε ένα όνειρό μου –που δεν ξέρω αν ήταν καν όνειρο- είδα πως μετρούσα τους ανθρώπους. Τους μέτρησα… τους μέτρησα –χωρίς να λογαριάσω τον εαυτό μου- και τους βρήκα σωστούς! Τι δουλειά λοιπόν έχω εγώ ο περιττός εδώ;” (Μενέλαος Λουντέμης)

Τα ντουβάρια με τα μαύρα δεν βρίσκουν πια λέξεις να τα χωρέσουν. Ακόμη και η νομική επιβολή υπεράσπισης αρνείται το επαγγελματικό της καθήκον μπρος σε εκείνο της συνείδησής της. Ποιες λέξεις μείναν για να βρουν την ελάχιστη δικαιολογία στο αναίτιο μίσος; Μισούμε γιατί; Μισούμε ποιους; Μισούμε επειδή μια τυχαία κληρωτίδα έφερε κάποιους στον πλανήτη μας από μια πύλη άλλων γεωγραφικών συντεταγμένων από τις δικές μας. Μισούμε αυτούς που ο πατέρας τους πρώτη φορά έκανε έρωτα αλλόχρωμα, που η μάνα τους ζευγάρωσε αλλόδοξα, που οι δυο τους γέννησαν αλλόγλωσσα. Μισούμε –τα άλογα ζώα- αυτούς που πρώτη φορά περπάτησαν σε άλλο χώμα από το δικό μας. Σε άλλο τι; Σε άλλο χώμα; Μα κανείς μας δεν έχει ρωτήσει τους παππούδες του για το χώμα; Κανείς δεν έμαθε από αυτούς τους σοφούς γέροντες που με τα χέρια τους έκαναν τις πλαγιές ισιάδια, τα βραχοχώραφα αρόσιμη γη ότι το χώμα παντού είναι ίδιο; Παντού έχει την ίδια μυρωδιά, παντού με τον ίδιο τρόπο μπαίνει μέσα στα νύχια, παντού με την ίδια διάθεση διψάει και ξεδιψάει, κάνει ραγάδες και καρποφορεί; Κανείς ποτέ δεν άκουγε όταν του έλεγαν ιστορίες για ανθρώπους που πλάστηκαν –όπου γης- από αυτό κι ανάσαναν με ένα φύσημα στο στόμα;

No comments: