Friday, December 18, 2015

Ωτοστόπ για τις Αόρατες Πόλεις



(Ένα πορτοκαλί αυτοκίνητο παλιότερης δεκαετίας έξω απ’ την πύλη της φυλακής. Δεξιά κι αριστερά της πύλης δυο φύλακες κοιτάν στο πουθενά, μοιάζουν με ζόμπι. Ένας εκατονταετής καλοστεκούμενος μαύρος παππούς με κάτασπρα μαλλιά [Θεόφιλος Κούτος] μπαίνει στη θέση του οδηγού. Φοράει τζιν παντελόνι και χαβανέζικο πουκάμισο. Χαμογελάει. Στη δίπλα θέση με ρούχα φυλακής ένας πανέμορφος νεαρός [Μάρκος Απρίλιος]. Σοβαρός και κάπως προβληματισμένος. Μικρές κοφτές κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού του δείχνουν ότι νιώθει αρκετά άβολα.)

Θ.Κ. : Πουτάνα Μισόν, τους σκίσαμε πάλι. Δες, δες! Δες το φύλακα στην πύλη πώς μας κοιτάζει; Θες να τον κάνω να μας ευχηθεί και καλό ταξίδι;

(Ο Μάρκος Απρίλιος δεν μιλάει. Γυρνάει σχεδόν αδιάφορα και κοιτάζει προς την πύλη. Ξεκινάνε. Εικόνες που αλλάζουν πίσω τους δείχνουν να βγαίνουν απ' την πόλη. Οδηγάν στην εθνική οδό. Σε χαμηλό ήχο στο ραδιόφωνο ακούγεται ο Παπακωνσταντίνου να τους θυμίζει "μα εσύ πρέπει πάντα να φεύγεις, να ψάχνεις τις φοινικιές...")

Θ.Κ. : Τώρα μάλλον θα τους έχουν βρει και θα προσπαθούν να τους ξυπνήσουν. Χαχα. Το "ρύθμισα" να γίνει σε ένα εικοσιτετράωρο. Φαντάζομαι έφυγαν κι άλλοι κρατούμενοι. Εντάξει, ας μπω λίγο πιο βαθιά στην κόλαση. Sorry κράτος, sorry Θεέ.
Μ.Α. : ...
Θ.Κ.: Δε θα πεις τίποτα εσύ; Δεν περιμένω ευχαριστώ και βλακείες. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Και για τους δυο μας το κάνω. Πες απλά κάτι να περάσει η ώρα.
Μ.Α. : Σουφλέ.
Θ.Κ. : Τι σουφλέ;
Μ.Α. : Σουφλέ σοκολάτας. Φρεσκολιωμένης...
Θ.Κ. : Στάσου, σε χάνω. Τι εννοείς;
Μ.Α.: Αυτό. Αυτό μου μύρισε. Σουφλέ σοκολάτας.
Θ.Κ. : (κουνάει το κεφάλι νομίζοντας ότι του έχει στρίψει του Μάρκου. Κάθε τόσο ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μήπως τους ακολουθάει κανείς) Για πότε λες; Τώρα; Εδώ μέσα;
Μ.Α. : Όχι. Όταν με ελευθέρωνες. Όταν φεύγαμε απ' τη φυλακή. Έντονα, σουφλέ σοκολάτας. Το ίδιο μου είχε μυρίσει κι όταν σκότωνα τους γονείς μου. Το ίδιο και τη μέρα που είχα αγοράσει τα ντραμς. Αυτό και στο ραντεβού με την Κική όταν έπιασα τη ρώγα της. Στις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου, μου μυρίζει σουφλέ σοκολάτας. Έτσι βεβαιώθηκα και σήμερα ότι αυτό που ήρθες κι έκανες ήταν ωραίο, ήταν το σωστό, ήταν ό,τι περίμενα. Γι' αυτό σε ακολούθησα χωρίς ενδοιασμό.
Θ.Κ.: (χαμογελάει και κοιτάει με κάποιο θαυμασμό τον Μάρκο) Ξέρεις; Δεν ήμουν σίγουρος αν μετά τον φόνο ήσουν στα καλά σου. Γράφανε κι όλο βλακείες οι χαζοδημοσιογράφοι. Αγχωνόμουν λίγο μήπως σου έστριψε. Πάλι θα σε ελευθέρωνα αλλά το θέμα ήταν τι θα σε έκανα μετά αν άρχιζες να κάνεις τον κόκκορα και την αλεπού μέσα στο αυτοκίνητο. Όπως φαίνεται όμως, ετούτο θα είναι ένα ωραίο ταξίδι.
Μ.Α. : Πού πάμε; Ξέρεις ή έτσι οδηγάμε, μακριά κι όπου;
Θ.Κ. : Δεν υπάρχει μακριά κι όπου! Υπάρχει μακριά και παντού. Δε σου λέω ακόμη αλλά πίστεψέ με, στα εκατό μου χρόνια ξέρω δρόμους που κανείς δεν έχει διαβεί, ξέρω μέρη που κανείς δεν έχει δει.

(Στην άκρη του δρόμου, στο πλάι της σκηνής εμφανίζεται γυναίκα επιβλητική. Μοιάζει με την Κέιτ Μπλάνσετ. Στα 45 της περίπου, φούστα σκουρόχρωμη σχεδόν ως το γόνατο, εφαρμοστή με φερμουάρ πίσω. Πουκάμισο λευκό, από πάνω παλτό ξεκούμπωτο. Στο πλάι της μικρή βαλίτσα αφημένη. Κάνει σήμα ωτοστόπ. Ο μπαρμπα Θεόφιλος φρενάρει απότομα. Ο Μάρκος, αφηρημένος, χτυπάει το κεφάλι του μπροστά, πάνω στο ταμπλό.)

Θ.Κ. : Βρε, δε φόραγες ζώνη;
Μ.Α. : Σκατά. Όχι δε φόραγα, την ξέχασα. Παραλίγο να φύγω απ' έξω. Γιατί φρέναρες έτσι; (τρίβει έντονα το μέτωπό του)
Θ.Κ. : (του δείχνει την κυρία που τους πλησιάζει απ' το τζάμι του Μάρκου) Για την κυρία. Να μην την πάρουμε;
Μ.Α. : (ο Μάρκος ανοίγει τεράστια μάτια, σκάει το πρώτο του χαμόγελο) Πλάκα κάνεις; Κι ελαφρά που το πάτησες το φρένο. (Συνωμοτικά) Λοιπόν, Μάρκο με λένε, Μάρκο σκέτο, έτσι;
Θ.Κ. : (του κλείνει το μάτι) Γιατί, έχει ακούσει κανείς άλλο όνομα; Όσο για τα ρούχα σου, αν πει κάτι, ήμασταν σε πάρτυ μασκέ. Εσύ είχες ντυθεί φυλακισμένος κι εγώ μπάρμαν στη Χονολουλού.

(Γελάνε κι οι δύο. Ο Μάρκος κατεβάζει το τζάμι του. Η όμορφη γυναίκα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπό της σε αυτό του Μάρκου. Αυτός τραβιέται διακριτικά πίσω στο κάθισμά του.)

Κέιτ Μπλάνσετ : Πού πάτε;
Θ.Κ. : Κάνουμε μια στάση εκεί που πηγαίνετε εσείς και μετά συνεχίζουμε προς τις Αόρατες Πόλεις του βορρά.

(γεμάτος έκπληξη ο Μάρκος γυρνάει προς τον μπαρμπα Θεόφιλο. Του κάνει νεύμα καθησύχασης. Η Κέιτ δαγκώνει απαλά το κάτω χείλος της. Όλο το υπόλοιπο πρόσωπό της χαμογελάει.)

Κ.Μ. : Χρόνια έχω να περάσω απ' τις Αόρατες Πόλεις. Γεια σας. Είμαι η Κέιτ.

 (Το ραδιόφωνο χαμηλώνει. Ο Tom Waits ακούγεται σίγουρος να δηλώνει "cause tonight i'm gonna take that ride, across the river to the jersey side". Η σκηνή κλείνει.) 

1 comment:

Endosporios said...

Πρόβατε, είσαι πολύ ωραίος. Ειλικρινά, πολύ ωραίος ~
Κάτι πρέπει να γίνουν όλα αυτά. Βιβλία, ταινίες, θέατρα, μουσικές, πίνακες...δεν ξέρω κάτι.
Ή μήπως έχουν ήδη γίνει και έχω άγνοια;