Thursday, November 12, 2020

Στεριά με στεριά (3)


 

Σε ετούτο τον τόπο, στη μέση του πελάγους, στον τόπο των σχεδόν διακοσίων κατοίκων κάποτε εξορίζονταν αριστεροί, εξορίζονταν κομμουνιστές. Άνθρωποι απλοί, του καθεμέρα, του μόχθου, της διπλανής οικογένειας, του δικού μας σπιτιού. Και άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών, άνθρωποι ξεχωριστοί, από αυτούς που τόσοι μαζεμένοι σε μια εποχή, σε ένα μέρος υπάρχουν μια φορά στα χίλια χρόνια, άνθρωποι που με την πένα τους και τη σκέψη τους κράτησαν όρθια τη γλώσσα, τη χώρα, το πνεύμα της. Βάρναλης, Ρίτσος, Κατράκης, Λουντέμης, Λειβαδίτης κι ένα σωρό άλλοι βρέθηκαν εδώ, απομονώθηκαν αλλά δεν πτοήθηκαν, φυλακίστηκαν αλλά δε γονάτισαν.

Η γη έχει μνήμες. Οι χωματόδρομοι έχουν μνήμες. Τα γκρεμισμένα σπίτια έχουν μνήμες. Η θάλασσα -πάνω από όλα η θάλασσα- έχει μνήμες. Περπατάω, αγγίζω, κολυμπάω. Συνομιλώ με τη σκόνη, το αλάτι, το νερό. Όλα θυμούνται, όλα μου λεν. Δεν έχουν φειδώ στις αφηγήσεις τους. Θέλουν να ‘χω κι εγώ μνήμες. Θέλουν το νήμα να μην κοπεί, η αφήγηση να συνεχιστεί. Θέλουν το πέρασμα να γίνει και σε εμένα, να γίνεται και στον καθένα που έρχεται εδώ.

Μπαίνοντας στο λιμάνι, η εικόνα του ποιητή, του Μεγάλου Ποιητή, περιμένει, κοιτάζει, καλωσορίζει. Κατεβαίνεις απ’ το πλοίο, στην πλάτη ο σάκος, στο χέρι άλλα χέρια, μπροστά σου στα πενήντα μέτρα τα λόγια του: «Δεν έχω καιρό να μην αγαπώ, να μη μισώ, να μη θέλω, να μη σκοτώνουμαι. Δώσ’ μου το χέρι σου...»

Χαμογελάς. Συνειδητοποιείς πού ήρθες. Προχωράς.

Νύχτα τρίτη. Ιστορία τρίτη. Τέλος.

Monday, August 24, 2020

Το νησί της Γαιοθάλασσας (6)

 

Τα βράδια πέρασαν όπως η ψιλή ηφαιστειακή άμμος όλες αυτές τις μέρες ανάμεσα στα δάχτυλά μου, στα μαλλιά μου, στις σελίδες των βιβλίων μου. Πέρασαν γρήγορα, πέρασαν εύκολα, πέρασαν όμορφα. Απόψε πακετάρω ρούχα γεμάτα αρμύρα, πέτρες που μάζεψα όπως κάνω σε κάθε νησί, βιβλία με φύκια για σελιδοδείκτες και συμπληρωματική στίξη στις αβλεψίες του συγγραφέα.

Η βόλτα στη Χώρα είχε το αντίο των τόπων που δεν ξέρεις αν θα ξαναδείς. Μια μικρή μελαγχολία στην άκρη των χειλιών, μια μικρή θλίψη στην κόκκινη απ’ τον αέρα και τη θάλασσα ματιά. Ετούτο το νησί που «ανεφάνη» στην τρικυμία κι έσωσε ξανά και ξανά μυθολογικούς ήρωες και ναυτικούς που προσεύχονταν για ένα μόνο τελευταίο -ή πρώτο- θαύμα, έχει μαζεμένη σε λίγα σπίτια και ένα ανεμοδαρμένο τοπίο, ομορφιά αρκετή για να φέρει αντίλογο και να σου εξηγήσει ότι μαζί του εύκολα δεν ξεμπλέκεις.

Τα σκαλιά στο σοκάκι ανεβαίνουν, στρίβουν αριστερά κι οδηγούν ίσως σε ένα άλλο νησί, ίσως σε έναν άλλον κόσμο, ίσως πάλι στο ξεκίνημά σου, στο λιμάνι το πρώτο. Δεν έχεις τρόπο να μάθεις αν δεν τα ανέβεις, δεν έχεις τρόπο να τα ανέβεις αν δεν είσαι έτοιμος για αυτό.

Στη Γαιοθάλασσα, ετούτος ο μάγος δε βρήκε δράκους, δε μάντεψε κανενός τέτοιου το όνομα, έφτασε όμως στο χάρτη σε σημεία που δεν είχε κάνει ως τώρα, μίλησε ξανά με τους αέρηδες κι επιστρέφει με ένα σωρό ακόμη ξόρκια ομορφιάς στο μυαλό του και τις λέξεις του. Ας είναι οι μήνες που θα ‘ρθουν να με βοηθήσουν να τα κάνω εργαλεία μου.

Ανεβαίνω τα σκαλιά.

Νύχτα έκτη. Ιστορία έκτη. Τέλος.


*Το Έπος της Γαιοθάλασσας της Ούρσουλας Λε Γκεν παντοτινή μου έμπνευση. Έτσι και σε ετούτη τη σειρά των μικρών ιστοριών.

Sunday, August 23, 2020

Το νησί της Γαιοθάλασσας (5)

 

Κι αν δε σ’ είχα γνωρίσει ποτέ, κι αν στο ίδιο νησί διαλέγαμε τα απέναντι μαγαζιά και τα ανάποδα φλερτ, στο τέλος της βραδιάς, βγαίνοντας πιωμένοι και νυσταγμένοι, θα πέφταμε ο ένας πάνω στον άλλο. Δεν είναι θέμα τυχαιότητας όλα τα πράγματα. Κάποιοι θεοί, ξέρεις, δεν παίζουν ζάρια.

Δε θέλω να εξηγώ. Δεν εξηγείς γιατί είναι μπλε το Αιγαίο και γαλαζοπράσινο το Ιόνιο. Δεν εξηγείς γιατί ο άνεμος ευθύνεται για τη μορφολογία των Κυκλάδων. Δεν εξηγείς γιατί στα νησιά στην πορεία του ηφαιστείου είναι μαύρη η άμμος. Δεν εξηγείς γιατί τα πλοία ταξιδεύουν νύχτα και τα αεροπλάνα προσγειώνονται μέρα. Δεν εξηγείς τίποτα που τα σύμβολα και οι λέξεις της επιστήμης θα διέλυαν την ομορφιά των ποιημάτων. Όχι τουλάχιστον ανάμεσα σε κουβέντες, ουίσκυ και κοκτέιλ.

Στα νησιά της Γαιοθάλασσας, οι μάγοι ρίχνουν ομίχλες κι αφήνουν ορατές μόνο τις κορυφές τους. Σηκώνουν ανέμους και τα μετακινούν εκτός πυξίδας. Κάνουν ήλιους με τόσο φως που οι ψευδαισθήσεις παραβγαίνουν τις πραγματικότητες. Εδώ, οι μάγοι του Αρχιπελάγους, όταν ακούν για έρωτες που έχουν ημερομηνία λήξης, για έρωτες που δεν είναι σώματα που αέναα αναγεννώνται, γελάν τόσο δυνατά που ξυπνάνε τους δράκους στα δυτικά, εκεί που κανείς άνθρωπος για χιλιετίες δεν έχει φτάσει.

Στο πλησίασμα του τέλους των ημερών μου στο νησί, καταλαβαίνω πως δε θέλω άλλο παρά κάθε απόγευμα να σε βλέπω να γίνεσαι ηλιοβασίλεμα.

Νύχτα πέμπτη. Ιστορία πέμπτη. Τέλος.

Saturday, August 22, 2020

Το νησί της Γαιοθάλασσας (4)

 

Στο νησί της Γαιοθάλασσας όλοι διαβάζουν. Κορίτσια που μόλις έχουν ξεπηδήσει από την πένα του Ρόμπινς, αγόρια που ήρθαν παρέα από άλλη χώρα, μοναχικοί ίσως συγγραφείς ίσως καθηγητές, κυρίες με τις φίλες τους, τύποι ψαγμένοι, τύποι χαμένοι, όμορφοι ηλικιωμένοι. Στην άμμο, κάτω από αρμυρίκια, στα beach bar, στα καφέ, στα παγκάκια της Χώρας, στα όρθια, παντού. Όλο το νησί ένα αναγνωστήριο.

Πόσα βιβλία έχω δει, πόσους τίτλους διάβασα φευγαλέα, πόσα εξώφυλλα ανοιγόκλεινε ο αέρας, πόσες σελίδες γέμιζαν με άμμο, πόσα σκίστηκαν, πόσα μούσκεψαν, σε πόσα χάλασε το δέσιμο! Συγγραφείς γνωστοί, τίτλοι αγαπημένοι αλλά και τόσοι άγνωστοι, τόσοι καινούριοι, τόσοι σε άλλες γλώσσες! Όλο το νησί μια βιβλιοθήκη.

Εδώ, σε ετούτο το νησί του Αρχιπελάγους, τα βιβλία γίνονται ένα με τα σώματα. Ανοιγμένα στο στήθος γυμνών κοριτσιών που έτσι κοιμήθηκαν κάνοντάς το σελιδοδείκτη. Στο πρόσωπο αγοριού που το ορίζει σκίαστρο, τρεις το μεσημέρι, για τον ήλιο. Κλειστά πάνω σε πόδια που ποζάρουν για το επόμενο στόρι. Στη μασχάλη στο κουβάλημα προς την παραλία. Σε χέρια άγρια απ’ τη δουλειά, σε χέρια κουρασμένα απ’ τα χρόνια, σε χέρια με νύχια σε κάθε χρώμα, σε χέρια παιδικά, σε χέρια μαυρισμένα, σε χέρια με δέρμα σκασμένο απ’ τον ήλιο, το αλάτι και το αντισηπτικό, σε χέρια δροσερά που το έπιασαν μόλις βγήκαν απ’ τη θάλασσα.

Στο νησί της Γαιοθάλασσας, που αν βλέπεις το μπλε και το λευκό βλέπεις τον κόσμο όλο, διαβάζω για άλλο νησί στην άλλη άκρη του πλανήτη, που κάποιοι ενώ δε βλέπουν ούτε το μπλε ούτε το λευκό, προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο όλο. Κι είναι η σκέψη μου ότι και τα χρώματα δεν είναι άλλο από την ανάγκη μας για ομορφιά. Κι αυτήν, μπορούμε να την βρούμε εξίσου είτε με αυτά είτε χωρίς αυτά.

Νύχτα τέταρτη. Ιστορία τέταρτη. Τέλος.

Friday, August 21, 2020

Το νησί της Γαιοθάλασσας (3)

 


Στα νησιά το «απέναντι» έχει μιαν άλλη σημασία. Δεν είναι το τοπικό επίρρημα της στεριάς. Δεν είναι το μαγαζί στην άλλη άκρη του δρόμου, η γειτόνισσα του τρίτου που απλώνει τα λευκά της, το ραντεβού στο φανάρι. Δεν έχει όσα του χρεώνουμε πατώντας στο έδαφος, μιλώντας με τον ρεαλισμό αυτού που βλέπουμε κι εύκολα μπορούμε να φτάσουμε.

Εδώ τα «απέναντι» στέλνουν τη γραμματική στο διάολο από την πρώτη πρόταση. Απέναντι είναι ο πόθος για κάτι που δεν ξέρω αλλά διαρκώς το φαντάζομαι. Απέναντι είναι ο φόβος για το πώς θα φτάσω, για το αν θα φτάσω, για το τι θα αντικρύσω. Απέναντι είναι κάτι κορυφές τη μέρα και μερικά φώτα το βράδυ. Είναι εικόνες αχνές κι εικόνες έντονες, ανάλογα με την κατεύθυνση του αέρα και την καθαρότητα της ατμόσφαιρας.

Εδώ το «απέναντι» είναι ρήμα. Είναι το θα φύγω, μια μέρα θα φύγω για εκεί, θα το δεις. Είναι επίθετο. Είναι το άπιαστο, το όμορφο, το φανταστικό. Είναι ουσιαστικό. Είναι το όνειρο που σε επανάληψη έρχεται κάθε βράδυ. Είναι ο στόχος που κάθε νύχτα με τους φίλους μου βάζω και κάθε πρωί μπρος στη μάνα μου που θα μείνει μόνη αναιρώ. Είναι ο παράδεισος. Όχι ο παλιός, με τα δέντρα και τα φίδια και το Θεό. Ο δικός μου παράδεισος. Ο μακριά από εδώ.

Στα νησιά της Γαιοθάλασσας καθένας κοιτάζει κι ελπίζει σε κάποιο απέναντι. Και πολλοί είναι που φεύγουν και πάνε προς τα εκεί. Και το κάνουν ξέροντας ότι τότε το Αρχιπέλαγος θα είναι το απέναντι κι ο πόθος τους ως νόστος θα έχει αντιστραφεί.

Νύχτα τρίτη. Ιστορία τρίτη. Τέλος.

Thursday, August 20, 2020

Το νησί της Γαιοθάλασσας (2)

 

Στις χώρες των νησιών της Γαιοθάλασσας ανακαλύπτεις την ομορφιά ως συνώνυμο της απλότητας. Σαν κορίτσια με ένα σορτς και μια μπλούζα, μονόχρωμα βαμμένα νύχια και τα μαλλιά πιασμένα πίσω. Τριγυρίζεις μέσα τους και κοινωνείς το ωραίο.

Καταλαβαίνω τον Ελύτη γιατί κόλλησε και σε όλη του τη ζωή έγραφε για αυτό το λευκό και αυτό το γαλάζιο, για αυτές τις γραμμές, για αυτό τον ήλιο. Καταλαβαίνω τους ναυτικούς που έχασαν τα μυαλά τους νομίζοντας τις νύχτες τα φώτα τους καράβια κι εξόκειλαν σε ξέρες. Μήτε οι ποιητές, μήτε οι ταξιδιώτες μπορούν να καταφύγουν στην ασφάλεια των όσων έχουν δει -ή μπορούν να δουν- για να συνεχίσουν το δρόμο τους ανεπηρέαστοι.

Την ομορφιά των μικρών πολιτειών του Αρχιπελάγους δεν την προσπερνάς, δεν την αφήνεις στο πλάι των κειμένων σου. Χτίστηκαν ψηλά για να αποφεύγουν τους πειρατές και τους επιδρομείς. Έστησαν τα σπίτια τους, στην εξωτερική βόλτα, το ένα πλάι στο άλλο για να αποτελούν τείχη σε ένα νοητό κάστρο που αμύνεται. Μέτρησαν λίγες δεκάδες εκατοστά για τα σοκάκια τους για να τιθασεύουν τους αέρηδες. Έβαψαν άσπρο για να ανταποδίδουν στα ίσα το ασταμάτητο κάψιμο του ήλιου και μπλε για να μην ξεχνάν το φλερτ που οφείλουν με τη θάλασσα που φαίνεται πάντα απέραντη κι ατέλειωτη στο βάθος.

Εδώ, στα νοτιοανατολικά όρια των Κυκλάδων, η ομορφιά έχει τον τρόπο της να μη λείπει. Και το «να μη λείπεις» -κάτι φορές- είναι το πρώτο βήμα για το «να υπάρχεις».

Νύχτα δεύτερη. Ιστορία δεύτερη. Τέλος.

Το νησί της Γαιοθάλασσας (1)

Τα ταξίδια θέλουν ανθρώπους να τα κάνουν, θέλουν μέσο για να πραγματοποιηθούν και θέλουν μνήμη και λέξεις να τα αφηγηθούν. Είναι περίπου σαν τα δέντρα που πέφτουν στο δάσος. Για να κάνουν θόρυβο πρέπει κάποιος να είναι εκεί, να τα δει που πέφτουν, να τα ακούσει.

Τα ταξίδια που πιάνουν απ’ το μανίκι τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού και τραβολογιούνται μαζί του ως το φεύγα του σχεδόν, έχουν ταυτόχρονα τη χαρά του «λίγο ακόμη» και τη θλίψη του «θα τελειώσει σύντομα». Μέρα τη μέρα που περνάει, η τραμπάλα αλλάζει βάρος και το σώμα στον αέρα πρόσωπο.

Τα πλοία που γνωρίζεις από παλιά, που έχεις ταξιδέψει πολλές δεκάδες φορές μαζί τους είναι χαρτάκι με οδηγίες στην τσέπη σε βαρκάρη του Αρχιπελάγους. Τα νησιά της Γαιοθάλασσας δεν είναι εύκολα στην προσέγγισή τους. Τι κι αν νότια τα λιμάνια τους, αν δεν έχεις τους μάγους τους με το μέρος σου δεν δένεις χωρίς απώλειες σε αυτά.

Ο Απόλλωνας φώτισε πάλι μια γη μες στο σκοτάδι, προσεγγίσαμε, η μπουκαπόρτα άνοιξε. Ένας άγριος βορειοδυτικός με υποδέχτηκε. Σήκωσα την κουκούλα να φυλαχτώ. Ξέρω τι να περιμένω.

Νύχτα πρώτη. Ιστορία πρώτη. Τέλος.


Sunday, March 15, 2020

Τέλος του κόσμου: πέντε χρόνια μετά! Κι άλλα πέντε.


Μέρα 1825η ΜτΚ (Μετά την Καταστροφή)

Επέτειος σήμερα. Πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια μόνη. Τι ήταν αυτό; Από πού ήρθε; Γιατί κανείς δεν το πρόβλεψε; Και πώς δηλαδή; Τους εξαφάνισε όλους σε όλο τον κόσμο; Ναι στην πόλη μου, ναι ως εδώ που έχω φτάσει. Μόνο σκόρπια ζώα σαν τη Μάρκα, τη σκυλίτσα μου που με βρήκε ένα απ' τα πρώτα βράδια. Τι θα 'κανα αλήθεια χωρίς αυτή; Θα 'χα τρελαθεί, ε; Αντέχει ο άνθρωπος χωρίς καμιά παρέα; Αντέχει το μυαλό του χωρίς επιβεβαίωση ότι κάποιος τον ακούει, κάποιος, έστω στοιχειωδώς, τον καταλαβαίνει; Πέντε χρόνια Μετά την Καταστροφή. Πολιτισμός διαλυμένος αλλά η Φύση σιγά-σιγά ανακάμπτει. Κι είναι αυτό η πιο δυνατή φωνή ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί και δίχως τον άνθρωπο. Είναι η επιβεβαίωση των προσγειωμένων, των νηφάλιων πριν την καταστροφή, που έλεγαν ότι είμαστε απλά ένα ακόμη δημιούργημά Της, ότι αν συνεχίζαμε να μην τη σεβόμαστε θα έκανε ό,τι είχε κάνει με τόσα άλλα δημιουργήματά της μέσα στις χιλιετίες: θα μας εξαφάνιζε.
Μόνη μου λοιπόν; Κοιτάζω τα βράδια τον ουρανό. Βλέπω σκόρπιους δορυφόρους. Στην αρχή έλεγα ότι για να είναι εκεί πάνω ίσως να υπάρχουν κι εδώ κάτω κάποιοι που τους χειρίζονται. Τώρα δεν το λέω. Ξέρω, είναι απομεινάρια ενός πολιτισμού που κάποτε άκμασε και κατάφερε σπουδαία πράγματα. Δυστυχώς, όχι μόνο τέτοια. Θυμάμαι τους πρώτους μήνες τι τρόμος, τι πόνος, τι πανικός σε μια μόνο σκέψη: τι κάνουν οι άνθρωποι που ήταν στο διάστημα, στον διαστημικό σταθμό τη στιγμή της καταστροφής; Έχουν ξεμείνει εκεί πάνω και περιμένουν απλά το τέλος τους απ' την πείνα; Φαγώθηκαν μεταξύ τους; Αυτοκτόνησαν;... Ουφ, το αποδέχτηκα. Είδα τόση φρίκη στην πόλη μου, μπαίνοντας σε άλλες πόλεις που όλα πια μου φαίνονται φυσιολογικά. Σαν και να έχει μπει μια ασπίδα ενάντια σε κάθε αισθηματικό πόνο. Δε νιώθω ρε παιδί μου, πώς να το πω; Έτσι μου έφυγε κι ο φόβος. Ακούω ουρλιαχτά στη νύχτα και δεν τρομάζω. Ακούω θορύβους κοντά μου στο σκοτάδι και απλά προσπαθώ να ηρεμήσω τη Μάρκα. Δεν έχει ανθρώπους. Ζώα είναι, μόνα σαν κι εμένα, που με φοβούνται και κρατάνε την απόσταση που θεωρούν ασφαλείας.


Μέρα 2190η ΜτΚ

Ένας ακόμη χρόνος. Να ανάψουμε κεράκι Μάρκα; Γελάς; Αλήθεια το λέω. Έτσι κάναμε παλιά. Στα γενέθλια ανάβαμε κεράκια, κάναμε ευχή και τα σβήναμε προσπαθώντας να μη μείνει κανένα αναμμένο. Μόνο έτσι έπιανε η ευχή. Εγώ τι ευχόμουν; Τα πιο τρελά. Ήθελα να εκθέσω το τζίνι. Ας πούμε να μιλάω ιαπωνικά άπταιστα ως τα επόμενά μου γενέθλια. Εννοείται ποτέ δε γινόταν. Αλλά... τώρα που το σκέφτομαι, τώρα που είμαστε μόνοι μας εδώ, γιατί όχι; Λοιπόν, Μάρκα, από σήμερα μιλάμε ιαπωνικά. Ναι-ναι, κι εγώ κι εσύ. Γαβ είναι το γαβ στα ιαπωνικά. Ποιος ξέρει πώς να 'ναι στα ελληνικά; Πάει αυτή η γλώσσα, χάθηκε μαζί με τους κατοίκους της. Ό,τι έχει μείνει απ' τον πολιτισμό της γης είμαι εγώ με τις θύμησές μου και την τελευταία γλώσσα που διασώζω μέσω ετούτου του ημερολογίου: τα ιαπωνικά!

[Σημείωση να σκιστεί και να καεί: Χαχχαχαα, πολύ αστείο αυτό με τα ιαπωνικά. Φαντάζομαι όταν μετά από αιώνες ένας ιπτάμενος δίσκος από κάπου πολύ μακριά θα προσγειωθεί και θα βρει το ημερολόγιό μου και θα καταγράψει ετούτη τη γλώσσα ως ιαπωνικά!!! Αυτό είναι η παραχάραξη της ιστορίας που λέγανε! Γιούχου, είμαι παραχαράκτρια και πολύ γουστάρω.]

Περπατάω αλλά όχι συνέχεια. Τριγυρίζω μετά από μήνες κατασκήνωσης κάπου που μου αρέσει πολύ. Αποφεύγω τη θάλασσα. Προτιμώ να κινούμαι ηπειρωτικά. Μου αρέσει να την κοιτάζω αλλά πια μου φέρνει μεγάλη θλίψη. Δεν είμαι για μελαγχολίες, έχω πολλές σκοτούρες να διαχειριστώ, όχι κι αυτή. Είναι ένα όριο η θάλασσα. Δε θα μπορέσω να τη διασχίσω ποτέ μόνη μου. Δεν ήξερα ιστιοπλοΐα, δεν είχα μπει ποτέ σε μικρή βάρκα παρά μόνο στα πλοία της γραμμής. Και δεν ξέρω μπάνιο. Πού να πάω λοιπόν; Να πνιγώ; Άσε τώρα. Έχω έναν πολιτισμό να συνεχίσω. Μια γλώσσα να διαιωνίσω... Χαχαχαχχαχαχχααα... Βρε λες να μου στρίβει;


Μέρα 2555η ΜτΚ

Άλλος ένας χρόνος. Χωρίς σεξ. Πώς ήταν, αρχίζω να το ξεχνάω; Ναι, αυτό μου λείπει πιο πολύ απ' όλα. Είναι εξάλλου και η μόνη ζωτικής σημασίας ανάγκη μου που δεν μπορώ να ικανοποιήσω. Πόσες φορές, όλο και πιο συχνά, τα πόδια μου καίνε, μουσκεύω, τα παρατάω όλα και αρχίζω και χαϊδεύομαι εκεί που βρίσκομαι. Τι τάχα μου, θα με δει κανείς, θα εκτεθώ; Βαρέθηκα όμως. Τι να κάνω τις φαντασιώσεις των κατά μόνας ικανοποιήσεών μου όταν ξέρω ότι κανείς πια δε θα βρεθεί να μπει μέσα μου, να τον νιώσω να παλινδρομεί έρωτα και ηδονή, να ιδρώνει εξάντληση γλυκιά, να δαγκώνει ουρλιαχτά και να τελειώνει μαζί μου θάλασσες; Είμαι πιτσιρίκα και το ότι σταμάτησα να πηδιέμαι τόσο νωρίς μπορεί να κάνει ό,τι δεν κατάφερε η μοναξιά και η φρίκη: να με οδηγήσει στην αυτοκτονία. Είπαμε, η κουβέντα είναι για μια ζωτική μου ανάγκη.
Τι γαβγίζεις γριούλα μου; Εσύ θα έχεις περάσει τα δώδεκα, δε σκέφτεσαι τέτοια πια. Εγώ αντίθετα, πριν τα τριάντα, όλο και περισσότερο ζαλίζομαι στην έλλειψή του. Το 'χει εξάλλου κι η φυλή μου, είναι ίδιόν της. Έτσι είμαστε στην Ιαπωνία, sex addicts που λέγανε κι οι Κινέζοι... [Χαχαχαχχαχα τέλεια περνάω η παραχαράκτρια!] Τώρα καταλαβαίνω τον δύσμοιρο τον Αδάμ και τη φιλολογία του Χριστιανισμού. Τον έφτιαξε ο Θεός και μάλλον πηδούσε ακόμη και τα καρπούζια. Γι' αυτό σκέφτηκε και του έστειλε την Εύα. Ή τον Ντέιβιντ. Δεν είμαι σίγουρη. Μεγάλοι ψευταράδες ήταν εξάλλου οι συγγραφείς των θρησκειών. Μην κοιτάς εμένα που είμαι αληθινή σαν παγόδα στην Κατερίνη.
Χμ, τι είναι θρησκεία; Ούτε αυτό το ξέρεις; Θρησκεία ήταν κάτι σαν αυτό που έχουμε στήσει εμείς οι δύο εδώ πέρα. Ξεκινούσε πάντα με έναν (εμένα δηλαδή) σε έναν ολόκληρο κόσμο, ύστερα ερχόταν μια παρέα (εσύ δηλαδή) και στην πορεία έμπαιναν κανόνες που έπρεπε να ακολουθηθούν από όλους (απ' τους εξωγήινους που θα έρθουν μετά από χιλιάδες χρόνια δηλαδή). Βάζω λοιπόν τώρα τον πρώτο κανόνα: Οι Ιάπωνες μπορούν να αυνανίζονται παντού και πάντα κι αυτό είναι φυσιολογικό. Οι υπόλοιποι μόνο κάτω από μουριές 6-7 το απόγευμα...
Λαλλαλααλλα... και εγένετο τρέλα!


Μέρα 2691η Μτκ

Έφυγε και το δίσεκτο. Γρουσούζικο έτος. Έχασα τη Μάρκα πριν δυο βδομάδες. Σαλάτα το μυαλό μου. Δεν την έθαψα. Θα δενόμουν με τον τόπο κι αυτό θα ήταν και το δικό μου τέλος. Νομίζω με σώζει το ότι κινούμαι, το ότι περπατάω. Έχω διασχίσει τη μισή Ευρώπη. Νότια Ευρώπη. Αποφεύγω τα μεγάλα κρύα. Δε νομίζω θα τα καταφέρω να επιβιώσω στα χιόνια. Ούτως ή άλλως η Καταστροφή άλλαξε τον καιρό. Μια τέφρα έχει κάνει πιο αχνό τον ήλιο. Σίγουρα 8-10 βαθμοί πιο κάτω από ό,τι είχαμε πριν. Ίσως φτάνοντας στην Ιβηρική να κάνω την απόπειρα απ' το Γιβραλτάρ να περάσω απέναντι. Θα δω πώς. Αφού πρώτα κάνω δοκιμές με βάρκες κοντά στην ακτή, θα περιμένω μέρα άπνοιας και θα το τολμήσω. Κάπως έτσι μάλλον. Πρέπει να ψάξω πιο ζεστά μέρη. Να ξεπεράσω το φόβο μου για την απέραντη γαλάζια.
Τώρα πάντως σκέφτομαι την παράκαμψη ως το Παρίσι. Του χρόνου τέτοια εποχή, άνοιξη, θα το κανονίσω να είμαι εκεί. Όταν θα λιώνουν τα χιόνια και θα είναι υποφερτές οι νύχτες. Ήταν τεράστια πόλη, δεν ελπίζω αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί ένας ακόμη να περιφέρεται μέσα στην τρέλα του στα ερείπιά της. Μπορεί να έχει αυτοανακυρυχτεί ο Βασιλιάς του Άιφελ. Τι ήταν το Άιφελ; Τίποτα, μη δίνεις σημασία. Ένα ζαχαροπλαστείο. Είχανε σε μεγάλη εκτίμηση τις τάρτες του πριν γίνει το μπουμ. Θα του μιλήσω στα ιαπωνικά, θα του τα μάθω αφού δε μιλάω άλλο παρά ελάχιστα κινέζικα. Θα τα βρούμε, είμαι σίγουρη. Εξάλλου είμαι η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου, πώς να μου αντισταθεί. Και με σεξουαλική πείνα που θυμίζει άραβα βροντόσαυρο μετά από ραμαζάνι... Χαχαχαχχχαα σαλεύω!

Την έκαψα. Τη Μάρκα λέω. Έχω την τέφρα της στο σάκο μου. Τώρα ψάχνω καινούριο σκυλάκι. Πάνε μήνες από όταν είδα το τελευταίο. Ήταν άγριο, του γάβγισε κι η Μάρκα και δε μας πλησίασε. Ελπίζω να φανώ πιο τυχερή περνώντας απ' τις εξοχές. Θα αφήσω σε λίγο το κατάλυμά μου. Δε θα βιαστώ, θα ξεχειμωνιάσω σε χωριό με πολλά ξύλα και κάποιο σπίτι όρθιο αλλά ο στόχος θα παραμένει το Παρίσι. Σε ένα χρόνο από τώρα. Εκτός... εκτός κι αν ένας άντρας, μια γυναίκα βρεθεί κάπου στο μεσοδιάστημα. Τότε μαζί θα αποφασίσουμε, μαζί θα σχεδιάσουμε, μαζί θα πάμε. Αφού πρώτα κάνουμε σεξ.


Μέρα 3056η ΜτΚ

Παρίσι. Είμαι σε σοκ. Η μισή πόλη είναι άθικτη. Δεν πίστευα ότι θα ξανάβλεπα κάτι τέτοιο. Σαν και να μην πέρασε από εδώ ο Αρμαγεδδών. Δεν έχω βρει κανέναν ακόμη αλλά έχω πια ελπίδες. Περπατάω από χτες σε κάθε δρόμο με τη σειρά και φωνάζω. Δεν έχω πάρει απάντηση αλλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί ρε γαμώτο. Τώρα είμαι σε ένα σούπερ μάρκετ. Άπειρες προμήθειες στα ράφια άθικτες. Με προβληματίζει αυτό. Αν ζούσαν άνθρωποι θα τις είχαν πάρει. Αν όμως ζει μόνο ένας; Δύο; …(καλύτερα δύο)… Τότε είναι πολλά τα σούπερ μάρκετ και ίσως δεν έχουν πάρει ακόμη από εδώ. Δε χάνω το κουράγιο μου. Πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια ξαναβρήκα αυτά τα χαρτάκια που διπλώναμε στην τσέπη και πάνω τους γράφαμε "Ελπίδα". Ε, δε θα το πετάξω τόσο εύκολα!
Γεμίζω τον σάκο μου τρόφιμα και νερό. Παίρνω μολύβια και χαρτιά. Θα συνεχίσω το ψάξιμο. Είναι δυο ώρες ακόμη για τη νύχτα. Αν και τότε θα συνεχίσω λίγο ακόμη. Μια φωτιά αναμμένη φαίνεται καλύτερα στο σκοτάδι. Φεύγω.


Ντριιιιιιιιιιιν! Ντριιιιιιιιιιιιν! Ντριιιιιιιιιιιν!

Έχω κοκαλώσει. Είναι τηλέφωνο. Το τηλέφωνο του Σούπερ Μάρκετ χτυπάει. Έχω κοκαλώσει. Όχι, πρέπει να τρέξω, να το προλάβω, να ξεπεράσω την έκπληξη. Να σταματήσω να το παίζω άγαλμα.
Παρατάω το μολύβι, τρέχω, θα σου γράψω μετά τι έγινε!

-Ν... ν... ναι; Παρακαλώ;
-ちょっと
-.... ε;
-こんばんは
-... Πλάκα μου κάνετε, ε;

Tuesday, January 21, 2020

Ρε εσύ...


Ρε εσύ! Απόψε που η νύχτα έχει χωματόδρομο θέλω να σου πω για να ξέρεις. Δεν είναι όλα εύκολα συνήθως, κι αν για λίγο χάνονται και κρύβονται τα δύσκολα, δεν είναι μόνο για λίγο. Ετούτη η ζωή έχει κυρίως τέτοια. Θέλω όμως να σου πω για να μην ξεχνιέσαι, για να μη σε πιάνουν απροετοίμαστη.

Ας πούμε ότι ζω αιώνες κι αιώνες, ας πούμε ότι έχανα πάντα τα σανδάλια μου μόλις εμφανίζονταν τα χαλίκια. Κι ας δεχτούμε ότι στο τέλος κάθε πορείας είχα ματωμένες φτέρνες και τσακισμένα γόνατα. Αλλά καλή μου, είμαι εδώ ακόμη και τώρα, είμαι εδώ και σου γράφω. Κι αυτό δεν είναι άλλο από νίκη. Με πόνο, με κλάμα, με λιγοψυχία πολλές φορές, ναι, αλλά στο τέλος νίκη. Γιατί αυτό που έχει σημασία είναι να μπορείς στο τέλος να αφηγείσαι μια ωραία ιστορία. Να μπορείς να αντιπαρέρχεσαι τον πόνο της διάρκειας με το χαμόγελο της στιγμής. Κι αν με ρωτάς, αν με ρωτήσεις ποτέ για έναν ορισμό της ζωής αυτόν θα σου δώσω: τη νίκη του όμορφου της στιγμής έναντι της ασχήμιας της διάρκειας.

Στο 'πα και πριν: δεν είναι νύχτα να μένεις αφύλαχτη απόψε. Κρύψε τα πλευρά σου και πισωπάτησε στα σίγουρα. Τέσσερις ώρες μένουν ως το πρωί, ανασυντάξου και ξεκίνα πάλι τότε. Δεν είναι αυτοσκοπός η προέλαση. Αν αυτό νομίζεις, τότε οι λάσπες των Βατερλώ θα σε περιμένουν, τότε με κολλημένα ως τα γόνατα άλογα δε θα μπορείς όχι να καλπάσεις αλλά ούτε μια σκακιστική γωνία να γράψεις. Βρες σκέπαστρο και χώσου από κάτω. Τις νύχτες που οι λάμες λάμπουν στα αντιφεγγίσματα, τις γλιτώνουν αυτοί που δε συναντώνται μαζί τους. Κι είναι κάτι λάμες που ταυτοσημαίνονται με το θάνατο.

Κορίτσι, κοίτα με και για μια φορά μόνο κάνε μου τη χάρη και μη με αμφισβητείς. Τη γραμμή που πατάμε την έχω δει πριν σχεδιαστεί. Την έχω βαδίσει βήμα-βήμα στην ανάποδη φορά της. Ξεκίνησα από εκεί που θα καταλήξουμε. Γνωρίζω τις στροφές της, τις μοίρες κάθε γωνίας της. Τα 'χω όλα αλάθευτα κρατημένα στο μυαλό μου. Με σκονάκι σου μιλάω. Δεν υποσχέθηκα ποτέ σε κανέναν Θεό ότι δε θα μιλήσω όταν θα πρέπει. Και για 'σένα όλα τα πρέπει γίνονται γάργαρες προστακτικές, γίνονται "μίλα". Δεν είμαι δίχως σου, γι' αυτό και τα πάντα θα σου πω.

Ετούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες. Φυλάξου για να τη βγάλουμε.

Monday, January 6, 2020

Να αγιάσουμε τα ύδατα



Μην ξεχαστούμε σήμερα. Να αγιάσουμε τα ύδατα. Μη μας ξεφύγει. Να καλέσουμε παπάδες, ιερείς, μάγους, υπουργούς, πρωθυπουργούς, αρχηγούς της κάθε φυλής. Μην ξεχαστούμε. Να επαναλάβουμε το τελετουργικό, να ρίξουμε το σταυρό, να βουτήξουν νέοι άντρες να τον πιάσουν. Να ‘χουν καλή τύχη όλο το χρόνο. Μην ξεχαστούμε. Έξι του Γενάρη, η θρησκεία της Ευρώπης αγιάζει τα νερά. Κυρίως, τη θάλασσα και τα ποτάμια της Μεσογείου.

Μην ξεχαστούμε! Αλλά κι αν ξεχαστείτε εσείς να σας θυμίσω εγώ: 19.000* θάνατοι περίπου στα νερά της θάλασσάς μας, της Mare Nostrum, της Μεσογείου, τα τελευταία έξι χρόνια. Δεκαεννιά χιλιάδες άνθρωποι πνίγηκαν προσπαθώντας να περάσουν απ’ την Αφρική ή την Ασία στη δικιά μας Γη της Επαγγελίας. Στη Γη της Υπόσχεσης από κάποιον δουλέμπορο προς κάθε απελπισμένο. Μια πόλη ολόκληρη χαμένη εκεί που το καλοκαίρι κολυμπάμε, εκεί που ψαρεύουμε, εκεί που ζούμε. Πότε άλλοτε στην ιστορία της αυτή η θάλασσα σε καιρό ειρήνης είχε τόσους νεκρούς, τόσους πνιγμένους;

Μην ξεχαστούμε! Να αγιάσουμε τα νερά που πάνω τους πλέουν σαπιόβαρκες στιβαγμένες με ψυχές με δέκα μποφόρ ανέμους. Να αγιάσουμε τα κύματα που παίρνουν οικογένειες, που τραβάν στο βυθό τους παιδιά και μητέρες μιαν αγκαλιά ως το τέλος. Να αγιάσουμε τα Φαρμακονήσια μας, τη Λέσβο, τη Λαμπεντούζα, τη Λιβύη. Μην ξεχαστούμε! Να αγιάσουμε σκισμένες πλαστικές βάρκες στις ακτές και πορτοκαλί ξεβρασμένα σωσίβια.

Μην ξεχαστούμε. 6 του Γενάρη, των Φώτων, του Αγιασμού των Υδάτων, της βάπτισης των σε αυτά πνιγμένων ανθρώπων.

*Ο αριθμός σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δίνει ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης

Monday, September 30, 2019

Ένα παιδί


Ένα παιδί δε γεννήθηκε σε νοσοκομείο. Δε γεννήθηκε με γιατρούς και νοσοκόμες δίπλα του. Δεν γεννήθηκε σε ένα καθαρό δωμάτιο με καθαρά σεντόνια. Δε γεννήθηκε και μπήκε σε θερμοκοιτίδα, δε γεννήθηκε και θήλασε, δε γεννήθηκε και έκλαψε την πρώτη του νύχτα.

Ένα παιδί δεν μεγάλωσε πλάι στη μητέρα του, δε μεγάλωσε με τη μητέρα του. Δε μεγάλωσε γελώντας, παίζοντας, πηγαίνοντας σχολείο. Δε μεγάλωσε κάνοντας φίλους, ματώνοντας τα γόνατά του, ραγίζοντας την καρδιά του, δίνοντας κάποτε ένα πρώτο φιλί.

Ένα παιδί δεν έζησε στη χώρα του, δε βρήκε μια άλλη χώρα να την κάνει χώρα του. Δεν καταγράφηκε σε κάποιο μητρώο, δεν απέκτησε ιθαγένεια, δεν μπήκε στην ιστορία αυτού του πλανήτη.

Ένα παιδί γεννήθηκε σε ένα κοντέινερ, σε μια χώρα μακριά από της μητέρας του, σε ένα καμπ προσφύγων στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης. Έζησε μερικές ώρες και κάηκε μέσα στην κουβέρτα του μαζί με τη μητέρα του. Κι αυτό είναι ο κόσμος μας στις 29 του Σεπτέμβρη στα 2019.

Sunday, July 21, 2019

Τα κορίτσια των μεγάλων πόλεων


Δεν είναι όλα ίδια. Ξεκάθαρα, σε ετούτο τον κόσμο δεν είναι όλα ίδια. Δεν είναι ίδια τα απογεύματα της Τρίτης με αυτά του Σαββάτου, δεν είναι ίδιες οι λέξεις στα κείμενα των ποιητών με αυτές στα κείμενα των εμπορικών συμφωνιών, δεν είναι ίδια τα μποφόρ στο Αιγαίο με τα μποφόρ στην έρημο.
Δεν είναι με τίποτα ίδια όσα θυμόμαστε με όσα ζούμε, όσα σχεδιάζαμε με όσα ηττηθήκαμε, όσα δημιουργήσαμε με όσα δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα κάνουμε. Δεν είναι ίδια τα αισθήματα με τις σκέψεις, τα λόγια με τις πράξεις, τα χάδια με τα γδαρσίματα.

Τα κορίτσια των μεγάλων πόλεων δεν έχουν κοινό τίποτα με τα υπόλοιπα κορίτσια του πλανήτη. Είναι οι λόγοι που ετούτος ο κόσμος αντέχει την αστυφιλία, που αντέχει να μην μυρίζει χώμα, να μη βλέπει δέντρα, να μην ξαπλώνει στα χόρτα. Είναι ο λόγος που δεν τρελαινόμαστε, που δεν αυτοκτονούμε, που δεν σκοτώνουμε τον πρώτο που βλέπουμε κάθε πρωί στο ασανσέρ.
Τα κορίτσια των μεγάλων πόλεων είναι τα εντελβάις μες στο χάλασμα της μέρας. Είναι το αλκοόλ στις μελαγχολίες του συγγραφέα και η νικοτίνη στο χωρισμό της στιχουργού. Είναι το αποκούμπι στα μάτια της πωλήτριας σε διασταύρωση λεωφόρων και το ξαπόστασμα του εργάτη του Μετρό γωνία Εγνατία με Βενιζέλου.
Τα κορίτσια των μεγάλων πόλεων υπάρχουν για όλους κι είναι εκεί για τον καθένα. Όχι εν αγνοία τους. Ντύνονται, φοράν την ομορφιά τους, βάφουν τα χαμόγελά τους, περνάν στα μαλλιά τους συρμάτινο τσιμπιδάκι την αυτοπεποίηθησή τους και βγαίνουν με στόχο. Εν πλήρη συνειδήσει κάνουν ανεκτό το χάος, βαφτίζουν ομορφιά το γκρίζο, σαλιώνουν σαν χαρτάκι από στριφτό τη στέγνια.

Τα κορίτσια των μεγάλων πόλεων νοηματοδοτούν το διαφορετικό. Πιο απλά: είναι ο λόγος που στέκονται όρθιες οι πόλεις μας ακόμη.

Sunday, July 7, 2019

Και τώρα χώρα μου ψηφίζεις


Και τώρα χώρα μου ψηφίζεις. Έχεις ήδη αποφασίσει, δεν αλλάζει, αλλά πας εκεί για τα «οφείλω» σου. Πας εκεί για τις τελευταίες αναρωτήσεις σου, τους στερνούς ενδοιασμούς σου.

Τώρα χώρα μου ψηφίζεις. Στέκεσαι μπρος στον καθρέφτη και κοιτάς κατάματα την υποκρισία της φράσης σου «όλοι ίδιοι είναι». Ίδιοι κι οι χουντικοί κι οι φίλοι χουντικών κι οι κομπογιαννίτες κι οι απατεώνες κι οι δοτοί και τα λαμόγια κι οι θατσερικοί κι οι τσεκουράτοι κι οι ομοφοβικοί κι οι ρατσιστές κι οι ναρκέμποροι. Ναι αλλά ίδιοι κι οι αγωνιστές κι οι κόκκινοι κι οι επιστήμονες κι οι διεθνιστές κι οι ανθρωπιστές κι οι εργάτες κι οι καθαρίστριες; Ίδιο το φως κι ίδιο το σκοτάδι;

Τώρα χώρα μου δίνεις την μπάλα στα πόδια των «αρίστων». Ταυτόχρονα τους βλέπεις να προσπαθούν να πληρώσουν τον διαιτητή, να δωροδοκήσουν αντιπάλους, να γεμίσουν αστυνομία τις εξέδρες, να πουλήσουν στον φίλο καναλάρχη τα δικαιώματα του αγώνα μήπως και στο τέλος πάρουν το ματς κι αποσπάσουν και δυο ψεύτικα χειροκροτήματα από δικούς τους κομπάρσους θεατές. Είναι ο τρόπος τους αυτός, είναι ο τρόπος που ξανά επικροτείς. Να κερδίζεις κι ας μην το αξίζεις, να κερδίζεις κι ας μην έχεις ομάδα που μπορεί αλλιώς να το κάνει. Μέθοδος του καπιταλισμού λέγεται.
Τώρα χώρα μου ψηφίζεις. Βγάζεις πρώτη την πιο ηλίθια, ανίκανη αλλά και ταυτόχρονα σκληρή δεξιά που έχει δει ο τόπος από το 1974 ως σήμερα. Και δεν αρκείσαι σ’ αυτό. Βάζεις στη Βουλή ξανά τους ορίτζιναλ ναζί πλαισιωμένους ίσως κι από τους δυσαρεστημένους κλόουν φασίστες ενός παρανοϊκού τηλεπωλητή. Τι όνειρο είδες κι αντί να ξυπνήσεις αλλάζεις πλευρό και συνεχίζεις με εφιάλτη; Πώς θα είναι τα επόμενα χρόνια με τη Μόρα στο στήθος σου και το ουρλιαχτό στο στόμα;
Χώρα μου, δε σε καταλαβαίνω. Είσαι εσύ που κάνεις έναν Πελετίδη να σαρώνει στην τρίτη μεγαλύτερη πόλη σου, είσαι εσύ που γέμισες την Αθήνα στο Pride, που στέλνεις χιλιάδες κόσμου στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ, την ίδια στιγμή που στήνεις φιάσκα στις συγκεντρώσεις των Μακεδονομάχων. Είσαι εσύ που νιώθεις καμάρι για τη δύναμη της Μάγδας Φύσσα και τη συνολική αξία του Γιάννη Αντετοκούμπο. Αλήθεια δε σε καταλαβαίνω. Πώς μέσα σε όλα αυτά θα χωρέσεις τον Άδωνι, τον Βορίδη, τον Πλεύρη, τον Βελόπουλο, τον Κασιδιάρη, τον Μιχαλολιάκο, τον Μπογδάνο;

Τώρα χώρα μου ψηφίζεις. Να ανατρέψεις την τρέλα που έστησες δεν μπορείς, μπορείς όμως να τη λιγοστέψεις. Ίδιοι δεν είναι, ποτέ δεν ήταν! Όπου ρίξεις την ψήφο σου φρόντισε να μην ντρέπεσαι να το πεις σε τρία, πέντε, είκοσι χρόνια. Μην βάλεις πρώτο ενικό στη φράση «τους έβγαλα κι εγώ». Άσ’ τους να «έχουν βγει». Κι όσο για τους ναζί; Εκεί ναι, ας το κάνουμε πρώτο πληθυντικό: «τους αφήσαμε απ’ έξω»!

Saturday, June 1, 2019

Το κορίτσι που έκαιγε τα πόδια του στα μαύρα βότσαλα


Δεν έχει μηνύματα, κουβέντες, μπύρες, φιλιά, σεξ. Δεν έχει τσιγάρα, τηλέφωνο στη νύχτα, καληνύχτα. Δεν έχει γέλιο, ένταση, κυκλοθυμία. Δεν έχει τίποτα. Έχει μόνο ένα κορίτσι με όμορφα πόδια, όμορφα δάχτυλα και μια παραλία. Μια παραλία με μαύρα βότσαλα. Κι ήλιο μεσημέρι. Και τα βότσαλα να καίνε.

Το κορίτσι περπατάει ξιπόλητο.

Δεν έχει γραφείο, δουλειά, πίεση, ανία, τηλέφωνα, απογοητεύσεις, υπερωρίες, στενοχώρια. Δεν έχει ρουτίνα, ξύπνημα, οδήγηση με μουσική, το χέρι στις ταχύτητες, το παράθυρο στα μισά, το μυαλό στα μηνύματα. Δεν έχει κλείδωμα τρεις φορές, φως στην εξώπορτα, μοναξιά στη συνέχεια, αναρώτηση πότε θα ξαναγράψω. Έχει μόνο ένα κορίτσι που δεν υπάρχει. Τη φωνή μου που δεν ακούει. Το δικό της που θα κάνει όπως και να 'χει. Έχει τα μαύρα βότσαλα, τον ήλιο και μετά τις καμένες της φτέρνες.

Τα κορίτσι που δε μ' ακούει καίει τα πόδια του στις παραλίες του νότου. Μετά κολυμπάμε μαζί, αλλά πριν, καίει τα πόδια του.

Friday, April 26, 2019

Την εβδομάδα της σιωπής, δια της αφής η ανάσταση


Ας μην μπούμε στη συζήτηση της πίστης. Ας το κρατήσουμε στα επίπεδα του ανθρώπου. Κι εκείνος εξάλλου ως άνθρωπος την πέρασε ετούτη τη βδομάδα. Στο τέλος της, απλά αγαπήθηκε λίγο παραπάνω. Ανάσταση ονομάστηκε αυτό.

Ας παίξουμε με ένα οξύμωρο του λόγου κρατώντας όμως τους τόνους χαμηλά: ας μιλήσουμε για τη σιωπή. Ετούτη η βδομάδα είναι σαν και να περπατιέται ολόκληρη σε παχιά μοκέτα. Άηχα βήματα κι η ανάσα κρατημένη. Και κάτι επιπλέον, κάτι ακόμη ετούτης της βδομάδας: η αφή. Αγγίγματα που τα ψάχνουμε σαν και δίχως τους να μην ξέρουμε πώς να σημαδέψουμε τη θεία φάτνη. Από ένα χέρι πιασμένοι Δευτέρα με Σάββατο. Σε μιαν αγκαλιά κλεισμένοι Ωσαννά με Ανάσταση.

Μεγάλη Δευτέρα είναι η είσοδος στην τρυφερότητα του κόσμου μας. Είναι η φωταγώγηση κάθε ευαλωτότητάς μας, το τρέιλερ του πόνου που επιλέξαμε για να φτάσουμε στη θέωση. Μεγάλη Τρίτη είναι οι ήττες που δεν ουρλιάξαμε, οι ματαιώσεις που δεν τις φωνάξαμε, οι απογοητεύσεις που δεν κλάψαμε. Οι πρώτες μέρες της Μεγάλης Βδομάδας δεν είναι κάτι διαφορετικό απ' τη συνέχειά της. Είναι το βουβό ξεκίνημα, τα σιωπηλά πρώτα βήματα προς το Γολγοθά. Ξέρουν οι Πιλάτοι, ξέρουν κι οι Γραμματείς με τους Φαρισαίους: προγραμματισμένα ραντεβού ήταν εξ' αρχής οι συναντήσεις μας. Με αναπόδραστο αποτέλεσμα.

Ετούτη τη βδομάδα προτιμώ τα κατά μόνας. Περπατάω και με ενοχλεί ο θόρυβος γύρω μου περισσότερο από ποτέ. Αναλογίζομαι εντονότερα τα στραμπουλήγματα της εξέλιξης, το πώς φτάσαμε τον άνθρωπο εδώ που τον φτάσαμε. Ένας πλανήτης σε εξορία, χώρες με το δάχτυλο στην πυρηνική σκανδάλη, ένας πορτοκαλί ηλίθιος πρόεδρος, αφασία, ρατσισμός, σεξισμός, γυναικοκτονίες, φασισμός. Περπατάω και δακρύζω ευκολότερα. Δεν είμαστε όλοι Σίμωνες Κυρηναίοι. Δεν αντέχουμε να σηκώνουμε -καν βοηθητικά- το σταυρό της ανθρωπότητας ανηφορίζοντας Γολγοθάδες. Καθείς και τα πάθη που του έχουν οριστεί.

"Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα"
(Γιάννης Βαρβέρης)

Καταφυγή μου η θάλασσα. Και τα οικεία δέρματα. Η Μεγάλη Βδομάδα στην εξέλιξή της είναι ένας δρόμος που οδηγεί πάντα στη θάλασσα. Είναι μια θλίψη που οδηγεί πάντα σε ένα γυμνό σώμα ως προσκέφαλο. Ο βαθύς, ακραίος, πλήρης πόνος της Μεγάλης Πέμπτης θα φτάσει να γίνει χαρά, θαύμα κι ανάσταση του Μεγάλου Σαββάτου μόνο μέσω αυτών. Η ταφή της Παρασκευής, ο θρήνος, τα λουλούδια στο μνήμα είναι οι αστερίσκοι μιας μέρας μετάβασης. Είναι το "αν και σήμερα μπορέσεις να τα καταφέρεις με ετούτο το ανείπωτο, από αύριο μπορείς να λογίζεσαι Θεός".

Δε θα επιδοθώ σε συμβουλές και προτροπή για κοινές πρακτικές βίωσης της κατάνυξης. Δεν τη νιώθουμε όλοι εξάλλου. Όπως είπα και στην αρχή όμως, ας μην το δούμε ως θέμα πίστης. Ετούτη είναι μια βδομάδα ενδοσκόπησης, μια βδομάδα δίχως ουρλιαχτά. Είναι τα μέσα μας λόγια με απεύθυνση προς ό,τι νομίζει ο καθένας, για τους ανθρώπους μας που έφυγαν όμως και τους ανθρώπους μας που δεν έφυγαν αλλά δεν είναι κι εδώ. Είναι, εν τέλει, η ταπεινότητα ως συνειδητοποίηση της θέσης μας στο σύμπαν κι η αγάπη ως στόχος αυτής της θέσης να της δώσουμε ένα νόημα που να αξίζει να ζούμε για να το υπερασπιζόμαστε.


*Η Δήμητρα Κιομουρτζίδου φωτογραφίζοντας έβαλε τα κεφαλαία γράμματα σε ετούτη τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Tuesday, March 26, 2019

Να ήσουν η γη μου όμως



Θα γιόρταζα εθνικές επετείους αν ήσουν η γη μου. Τότε ναι, θα 'χα πατριωτικό φρόνημα, θα γέμιζα περηφάνια που σε υπερασπίστηκα, σε φύλαξα, σε κέρδισα. Τότε ναι, θα θυμόμουν με χαρά τις πληγές, τα αίματα, τα βάσανα, τους θανάτους μου. Θα έκανα παρελάσεις στη μνήμη κάθε φοράς που το χώμα-σώμα σου θα με είχε σκεπάσει.

Αν ήσουν η γη μου, θα 'γραφα θούριους για 'σένα. Θα αρμόδενα στίχους με τέτοια μαεστρία που κάποιοι, μια μέρα, θα ονόμαζαν εθνικούς σου ύμνους. Θα σήκωνα λάβαρα στη γεωγραφία σου και θα 'βαζα κάθε σκέψη μου, σαν παλικάρι, να ορκιστεί για το μέχρι θανάτου της αφοσίωσής της.

Θα έστηνα ενέδρες στα όλο αμηχανία χαμόγελά σου. Θα φύλαγα στενά να μην περάσουν οι ενδοιασμοί και οι δεύτερες σκέψεις σου, να μη διαβούν οι αναστολές και οι αναβολές σου. Θα ανατίναζα γέφυρες για να κόψω την επικοινωνία των παγιωμένων φόβων σου, με το παρόν σου.

Αν ήσουν η γη μου, κάθε νύχτα θα σε χαρτογραφούσα. Από βορρά σε νότο και πάλι πίσω, θα σε περπατούσα με γλώσσα και δάχτυλα, με γεύση και αφή. Να ξέρω τα μονοπάτια σου, τις πλαγιές, τις κατηφόρες σου. Να ξέρω τους κόλπους, τις αβύσσους, τα νερά σου. Έτσι μόνο θα μπορούσα βέβαια να υπερασπιστώ τις επιλογές μας.

Αν ήσουν η γη μου, θα 'μουν η επανάστασή σου.

Friday, February 8, 2019

Ένα όχι βιογραφικό



Είμαι σεξ, τηγανητές πατάτες και φέτα. Είμαι θλίψη, ένα τραπέζι για έναν και λίγο τυρί που έχει κιτρινίσει στο ψυγείο. Είμαι μοναξιά στο πέσιμο του ήλιου, καμένο λάδι που δεν έχει αλλαχτεί για πολλοστή φορά και χάπια χοληστερίνης. Είμαι ένας δύσκολος χειμώνας, ένας ερεθισμένος λαιμός και η επιμονή των ίδιων χιλιάδων σκέψεων κάθε βράδυ.

Έχω πολλά σπίτια να κοιμάμαι τις νύχτες και κανένα να πηγαίνω για φαγητό το μεσημέρι. Δεν είναι πάντα επιλογή αυτό. Είναι και ήττα. Σε κάτι φάσεις της ζωής μας είναι και ήττα.

Είμαι ένα αξύριστο πρόσωπο, ένα κακοταϊσμένο σώμα και κάτι μαύρα ρούχα πάνω του. Σέρνω τις σόλες μου σε πλακάκια προσέχοντας να μην πατήσω τις γραμμές τους, λες κι αν γίνει αυτό θα έρθει το τέλος του πλανήτη. Τα βράδια όμως, ακόμη κι αν αποφεύγω τις γραμμές, αυτή η σκέψη έρχεται συχνότερα: θα κάνω κάτι μια μέρα και θα ‘ναι η αιτία ο πλανήτης να πάψει να υπάρχει. «Διαγαλαξιακό εργοστάσιο παραγωγής ενοχών», θα το έλεγε μια φίλη μου.
Ο Γενάρης μου ήταν δύσκολος. Πάντα γκρινιάζω αλλά ετούτον δεν είχα καν κουράγια να περιγράψω την ανεπάρκειά μου απέναντι στα γεγονότα. Κάνοντας ένα zoom out έβλεπα έναν τύπο δεμένο ανάσκελα σε ένα λιβάδι κι ένα εκατομμύριο βίσσωνες να πηγαίνουν τρέχοντας προς το μέρος του. Δεν είχαν κάτι μαζί του, ήταν απλά ακριβώς στο διάβα τους.

Είμαι αργά το απόγευμα στο γραφείο, τρεις καρτέλες στο excel ανοιχτές κι ένα κείμενο που ήθελα καιρό να τελειώσω κι όλο το άφηνα γιατί δε μου έβγαιναν οι ώρες. Είμαι όσα δεν πρόλαβα, όσα έκανα βιαστικά κι όσα θα ‘θελα να μην είχα κάνει καθόλου. Είμαι κάθε Παρασκευή που δεν έχει προσμονή Σαββατοκύριακου και κάθε βδομάδα που πέρασε και δεν άφησε καν μια ρυτίδα να θυμίζει το πέρασμά της.
Είμαι οργασμοί, φιλιά νικοτίνης, φιλιά έρωτα και αλκοόλ. Είμαι σημάδια από δαγκώματα, νύχια στην πλάτη και λέξεις στα αφτιά. Είμαι η αλήθεια για μια στιγμή κι η αίσθηση της ανασφάλειας για τη διάρκεια. Πια, τώρα, αυτό.

Αιτούμαι τη θέση της προκήρυξής σας.

Sunday, December 23, 2018

Μαζί! Μαζί, όχι χώρια!

«Ντροπή δεν είναι να φοβάσαι
Ντροπή δεν είναι να πονάς
Όμως μ' αυτόν που αγαπάς
Είναι ευλογία να κοιμάσαι
Είναι ευλογία να ξυπνάς»

(Γιώργος Ανδρέου)

Μαζί είναι η παρουσία. Είναι η έντονη καμπύλη στο μάγουλο και η αφή που την περπατάει. Είναι η τούφα απ’ τα μαλλιά που πέφτει στα μάτια και το χέρι που την κάνει στο πλάι. Είναι το παιχνίδι με το δαχτυλίδι της και το φιλί σε κάθε κενό του που αφήνει σε θέα το δάχτυλο. Μαζί είναι το «ένα τσίπουρο ακόμη» και η ζάλη που αλάθευτα υποδηλώνει έρωτα. Είναι οι συζητήσεις για έναν ομορφότερο κόσμο και η βεβαιότητα ότι εξαιτίας μας θα ‘ρθει. Είναι το πείραγμα στο σαρδάμ και το φιλί που θα αποτρέψει τις αντιδράσεις. Μαζί είναι το σκίτσο ενός πιο όμορφου, πιο ήρεμου χειμώνα. Φέτος.

Χώρια είναι η απουσία. Είναι το εκεί μακριά και εκείνες οι δύσκολες ώρες της μέρας που καμιά σκέψη δεν τις αντιπαλεύει, εκείνες της νύχτας που καμιά μνήμη δεν μπορεί να πιάσει πολεμίστρες. Είναι η άλλη αίσθηση του χρόνου. Τα αντώνυμα του «πόσο γρήγορα περνάει» και του «κάθε μέρα κι ένας αιώνας». Χώρια είναι απ’ τη μια η τροφή κι απ’ την άλλη η κατ’ επανάληψη αυτοκτονία του έρωτα. Είναι η ένταση στο «προσμένω να σε δω» και η εγκατάλειψη στο «δεν αντέχω, δε με βοηθάς, δεν μπορώ».  Χώρια είναι η υπερβολή που ταΐζεται απ’ την απόσταση, το άγχος και η έλλειψη κρίσης ακόμη και για τα πιο απλά.

Κοιμάμαι μαζί είναι το όμορφο. Σε σχήμα, σε αίσθηση. Είναι το τύλιγμα του σώματος, το σφίξιμο, το απαλάγγιγμα. Είναι του ενός τα σχεδόν ασυνείδητα φιλιά μες στη νύχτα και του άλλου τα σχεδόν ασυνείδητα χαμόγελα γι’ αυτά τα φιλιά. Είναι η ηρεμία, ναι κυρίως αυτή, που αναπόδραστα χαρίζει πολύωρους ευλογημένους ύπνους.
Ξυπνάω μαζί είναι το όμορφο. Σε ήχο, σε γεύση. Είναι το καλημέρα αχνά στο αφτί και το συνακόλουθο της γλώσσας εκεί. Είναι πάλι το χαμόγελο, συνειδητό πλέον, και η στροφή του κορμιού για το αντάμωμα των δύο. Είναι τα πρώτα χάδια μιας μέρας που ξέρεις ότι θα είναι ωραία. Οι πρώτες λέξεις μιας ζωής που ξέρεις ότι μπορείς να την κάνεις ωραία.

Saturday, September 17, 2016

Ένα κερί αγόρι μου



Ένα κερί αγόρι μου. Μικρή η φωτιά του μπρος στην πυρκαγιά που άναψες εσύ απλά και μόνο κοντοστέκοντας και αντιμετωπίζοντας πρόσωπο με πρόσωπο τους φασίστες. Όσο τους έκαψες εσύ, όση φλόγα, όσο φως έβγαλε το δικό σου κορμί δεν θα βγάλουν οι αναπτήρες μας και δέκα ζωές κι αν τους ανάβουμε. Αγόρι μου, το υπόλοιπό μου για 'σένα είναι και του αναμμένου μου τσιγάρου η καύτρα, αυτή που φωτεινά θα σε αντικαθρεφτίζει στα κατά μόνας μας.

Wednesday, February 24, 2016

Εσύ η κιβωτός


Μόνος σου αγόρι μου. Κουβάλα την εποχή μας. Σύρ' την πίσω σου στην άσφαλτο προς ένα μέλλον που αυτή θα ντρέπεται που υπήρξε κι εσύ θα νιώθεις υπόχρεος να τη διατηρήσεις στη  μνήμη σου για να μην ξεχάσει κανείς ότι υπήρξε. Κουβάλα αγόρι μου ένα μπουφάν για τα κρύα της νύχτας, για τα κρύα στα σκοτάδια που σου στήνουμε, να 'χεις να το τυλιχτείς ώσπου να φτάσει το ξημέρωμα. Δεν ξέρω πόσοι θα 'μαστε σε εκείνο το ξημέρωμα. Εσύ ίδιος ήλιος όμως θα χαμογελάς, ίδιος ήλιος θα παίζεις σε έναν άλλο ουρανό. Αν είμαι κι εγώ, αν έχω φτάσει ως εκεί, αν έχω βρει τρόπο να σώσω την ανθρωπιά μου ως εκείνες τις μέρες, θα ψάξω να σε φιλήσω που μου 'δωσες ένα ακόμη κουράγιο λίγο πριν τα παρατήσω.

Μόνος σου αγόρι μου. Περπάτα ετούτον τον κόσμο, γκρέμισε τους φράχτες της αθλιότητάς μας, κάνε συντρίμμια τα τείχη του τρόμου μας, λιώσε κάτω απ' τις σόλες σου τις σάπιες πράξεις μας, τις σάπιες σκέψεις μας. Περπάτα κι άφηνε χνάρια να ακολουθήσουν τα αδέρφια σου, να 'ρθουν από όπου γης να ενωθούν, ζωή αυτά-ζωή εσύ, μαζί σου. 

Μόνος σου αγόρι μου. Είσαι η κιβωτός του 21ου αιώνα. Μέσα σου σώζεται η ανθρωπότητα. Σώσε την!
Create your own banner at mybannermaker.com!